Το γενικότερο πλαίσιο πολιτικής στο μεταναστευτικό

Το γενικότερο πλαίσιο πολιτικής στο μεταναστευτικό

Του Δημήτρη Τουτουντζόγλου, Δικηγόρου Δράμας

Οι μετανάστες είναι άτομα που μετακινούνται από τη χώρα της συνήθους διαμονής ή εθνικότητάς τους σε άλλη χώρα. Οι μετανάστες μετακινούνται για οικονομικούς λόγους ή εκπαιδευτικούς λόγους, εξαιτίας φυσικών καταστροφών που επιφέρει η κλιματική αλλαγή ή για να ξεφύγουν από διώξεις, παραβιάσεις δικαιωμάτων του ανθρώπου, από απειλές κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας, από πολέμους και κοινωνικές αναταραχές. Οι όροι «μετανάστες» και «αλλοδαποί» συχνά χρησιμοποιούνται ως συνώνυμοι, παρά τη μικρή εννοιολογική τους διαφορά: με τον όρο «αλλοδαπός» χαρακτηρίζεται «το άτομο που δεν είναι υπήκοος του κράτους όπου ευρίσκεται»

Ο λόγος της μετακίνησής τους συνδέεται άμεσα με τη διεθνή νομική τους προστασία. Αν έχουν εγκαταλείψει τη χώρα τους για να ξεφύγουν από διώξεις, κατά την έννοια του Άρθρου 1 Α της Σύμβασης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων (Σύμβαση Γενεύης), τότε αποκαλούνται αιτούντες άσυλο ή πρόσφυγες και δικαιούνται ενισχυμένη προστασία στο πλαίσιο της προαναφερθείσας διεθνούς σύμβασης. Αν έχουν φύγει για οποιοδήποτε άλλο λόγο, τότε ορίζονται ως μετανάστες και χαίρουν της γενικής προστασίας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Υπάρχουν τρεις βασικές κατηγορίες μεταναστών: α) οι νόμιμοι μετανάστες, β) οι παράτυποι μετανάστες και γ) άλλοι μετανάστες που χρήζουν προστασίας

Α) Οι νόμιμοι μετανάστες είναι όσοι εισέρχονται σε χώρα διαφορετική από αυτήν της συνήθους διαμονής ή εθνικότητάς τους, αφού έχουν πρώτα εξασφαλίσει άδεια εισόδου από τη χώρα προορισμού.

Β) Οι παράτυποι μετανάστες θεωρούνται όσοι δεν έχουν άδεια διαμονής στη χώρα προορισμού. Τα άτομα αυτά είτε εισέρχονται παράτυπα είτε διαθέτουν άδεια εισόδου, η οποία όμως λήγει στη συνέχεια. Να σημειωθεί εδώ και να  υπογραμμισθεί πως η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών προβάλλει τη χρήση του όρου «παράτυποι» σε αντίθεση με τον όρο «παράνομοι». Μόνο μία πράξη μπορεί να είναι παράνομη, ενώ το άτομο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί «παράνομο».

Γ) Τέλος υπάρχουν διάφορες άλλες κατηγορίες μεταναστών που αναζητούν προστασία σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, όπως οι ανιθαγενείς, τα θύματα εμπορίας, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι και οι αιτούντες άσυλο των οποίων το αίτημα έχει απορριφθεί.

Η ταξινόμηση αυτή μόνο εν μέρει ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς, όπως αναφέρει  η Παγκόσμια Επιτροπή για τη Διεθνή Μετανάστευση, «ένας μετανάστης μπορεί να ανήκει σε μία ή περισσότερες  κατηγορίες συγχρόνως». Κατά τη μεταναστευτική του πορεία, μπορεί να περάσει από τη μία κατηγορία στην άλλη, ή μπορεί να ζητήσει να του αναγνωρίσουν οι αρχές ότι ανήκει σε άλλη κατηγορία, όπως συμβαίνει όταν ένας οικονομικός μετανάστης υποβάλλει αίτηση ασύλου, προσδοκώντας να αποκτήσει τα προνόμια που συνδέονται με το καθεστώς του πρόσφυγα».

Α. Γενικότερο πλαίσιο πολιτικής   

Το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα υποχρεώνουν τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εγγυώνται τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των προσώπων που βρίσκονται εντός της επικράτειάς τους, περιλαμβανομένων των παράτυπων μεταναστών. Παρότι τα κράτη μέλη δεν έχουν καμία υποχρέωση να επεκτείνουν στους παράτυπους μετανάστες το σύστημα κοινωνικών παροχών τους, οφείλουν να διασφαλίζουν τον σεβασμό των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων των μεταναστών αυτών. Αυτά περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη πρόσβαση:

Α) Στην υγειονομική περίθαλψη. Οι παράτυποι μετανάστες, οι οποίοι κατά κανόνα δεν επιτρέπεται να εργάζονται, πρέπει συχνά να πληρώνουν για ιατρικές υπηρεσίες που παρέχονται δωρεάν στους υπηκόους του εκάστοτε κράτους μέλους, περιλαμβανομένων των υπηρεσιών επείγουσας υγειονομικής περίθαλψης. Ακόμη και ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες, όπως είναι οι έγκυοι και τα παιδιά ενδέχεται να αποκλείονται από την άσκηση του δικαιώματος της δωρεάν θεραπευτικής αγωγής σε ισότιμη βάση με τους ημεδαπούς. Ακόμα και στις περιπτώσεις που οι παράτυποι μετανάστες δικαιούνται δωρεάν θεραπευτική αγωγή από τη σχετική νομοθεσία, ενδέχεται και πάλι η άσκηση του δικαιώματος αυτού να εξαρτάται από διοικητικές προϋποθέσεις που δυσχεραίνουν στην πράξη την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, όπως είναι η υποχρέωση να προσκομίσουν αποδεικτικό μόνιμης κατοικίας. Οι παράτυποι μετανάστες πρέπει να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες επείγουσας υγειονομικής περίθαλψης σε ισότιμη βάση με τους υπηκόους του εκάστοτε κράτους υποδοχής και να συμμετέχουν ή να απαλλάσσονται από τις σχετικές υγειονομικές δαπάνες με βάση τους ίδιους κανόνες. Σύμφωνα με το άρθρο 24 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και το άρθρο 12 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών σχετικά για την κατάργηση των κάθε μορφής διακρίσεων σε βάρος των γυναικών, οι έγκυοι πρέπει να έχουν δωρεάν προγεννητική, περιγεννητική και μεταγεννητική περίθαλψη, ενώ τα παιδιά πρέπει να δικαιούνται ιατροφαρμακευτική κάλυψη σε ισότιμη βάση με τους υπηκόους του εκάστοτε κράτους υποδοχής, περιλαμβανομένων των εμβολιασμών. Συνέβη στην Γαλλία, το Συνταγματικό Συμβούλιο ανέτρεψε το έτος 1990 την μέχρι τότε νομολογία του. Με την απόφαση C.C. 89-289 »Κοινωνική ασφάλεια και υγεία» της 22/1/1990 το Δικαστήριο έκρινε ότι φορείς του δικαιώματος στην υγεία είναι και οι ξένοι, ακόμα και εάν βρίσκονται παράτυπα στο γαλλικό έδαφος. Η γενναία τούτη απόφαση βρήκε τη συνέχεια της, σε ότι αφορά την κοινωνική ασφάλιση, στην απόφαση για τον  »Έλεγχο της Μετανάστευσης», C.C. 93-325 της 13/8/1993. Στο εξής, η ισότητα μεταξύ Γάλλων και αλλοδαπών είναι ο κανόνας. Τυχόν δε κατά εξαίρεση διακρίσεις πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένες και να στηρίζονται σε επαρκή λόγο δημοσίου συμφέροντος και σε ειδική αντίθετη συνταγματική διάταξη.

Β) Στην εκπαίδευση. Τα παιδιά των παράτυπων μεταναστών ενδέχεται να μη μπορούν να εγγραφούν στη δωρεάν πρωτοβάθμια εκπαίδευση επειδή αδυνατούν να προσκομίσουν τα επίσημα έγγραφα που απαιτούνται , όπως είναι η έγκυρη άδεια παραμονής, η ληξιαρχική πράξη γέννησης ή το ιατρικό ιστορικό. Σύμφωνα με το άρθρο 28 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, όλα τα παιδιά πρέπει να έχουν δωρεάν πρόσβαση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η πλέον αντιπροσωπευτική νομολογία προέρχεται από τις ΗΠΑ. Το ανώτατο δικαστήριο σε αρκετές περιστάσεις ακύρωσε τη νομοθεσία πολιτειών που απέκλειαν από την δημόσια εκπαίδευση τα παιδιά παράτυπων μεταναστών. Στην σημαντικότερη απόφαση, την Pyler v. Doe (1982) εφάρμοσε τη ρήτρα ίσης προστασίας της 14ης αναθεώρησης για να ακυρώσει παρόμοια περιοριστική νομοθεσία του Τέξας. Ο Δικαστής Brennan, γράφοντας για την πλειοψηφία, παρατηρούσε ότι« οι ανυπολόγιστες συνέπειες που η στέρηση της εκπαίδευσης επιφέρει στην κοινωνική, οικονομική, πνευματική και ψυχολογική κατάσταση του ατόμου, καθιστούν ασύμβατη την κρατική άρνηση χορήγησης βασικής εκπαίδευσης με το πλαίσιο ισότητας που καθιερώνει η Equal Protection Clause»

Γ) Πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Οι παράτυποι μετανάστες που υφίστανται σωματική κακοποίηση ή τραυματισμό στον χώρο εργασίας ή δεν πληρώνονται για την εργασία που παρέχουν, αντιμετωπίζουν αρκετά εμπόδια στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους ενώπιον των δικαστηρίων, με αποτέλεσμα ο νόμος να λειτουργεί λιγότερο αποτρεπτικά για τους εργοδότες και οι παράτυποι μετανάστες να καθίστανται πιο ευάλωτοι σε κρούσματα εκμετάλλευσης. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν τη λειτουργία αποτελεσματικών μηχανισμών που θα επιτρέπουν στους παράτυπους μετανάστες να υποβάλλουν καταγγελίες σε βάρος των εργοδοτών τους με βάση τις διατάξεις της οδηγίας περί επιβολής κυρώσεων στους εργοδότες (οδηγία 2009/52). Όσον αφορά για την διοικητική απέλαση των παράτυπων μεταναστών να υπογραμμίσουμε την απόφαση του ΣτΕ 4600/2005, επί αίτησης ακύρωσης παλαιστινίου κατά της απέλασή του για « λόγους εθνικής και δημόσιας ασφάλειας». Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης είχε ισχυριστεί ότι σύμφωνα με έγγραφα της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας τα οποία αρνήθηκε να προσκομίσει, ως απόρρητα, ο αιτών «δραστηριοποιούνταν έντονα στους εδώ ισλαμικούς κύκλους και φέρεται να είναι στέλεχος της γνωστής οργάνωσης Χαμάς». Το Δικαστήριο, σε μία γενναία και εναντίον του κλίματος τρομοφοβίας και ισλαμοφοβίας απόφαση, ακύρωσε την απέλαση, θεωρώντας ότι η αιτιολογία της διοίκησης ερείδεται σε απόρρητα στοιχεία, ναι μεν δεν υποχρεούται αυτή να αναφέρει στο σώμα της προσβαλλόμενης πράξης τα πραγματικά δεδομένα που προκύπτουν από τα ανωτέρω στοιχεία «υποχρεούται, όμως να θέσει υπόψη του Συμβουλίου της Επικρατείας τα εν λόγω απόρρητα στοιχεία, κατά τρόπο, βεβαίως συμβατό με τον χαρακτηρισμό τους ως απορρήτων».

Συνάμα για το ευαίσθητο ζήτημα των  ασυνόδευτων ανηλίκων κάθε κράτος οφείλει να εφαρμόζει την Διεθνή Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού, όπου σύμφωνα με αυτήν, οι ανήλικοι να μην αντιμετωπίζονται κατά κύριο λόγο ως παραβάτες της μεταναστευτικής νομοθεσίας αλλά ως δικαιούχοι προστασίας με βάση τις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά που προκύπτουν από την ανηλικότητά τους. Οι ανήλικοι δεν θα πρέπει να υφίστανται διοικητική κράτηση και απέλαση, αλλά αντί αυτού θα πρέπει να υπάρξει μέριμνα για την προστατευτική τους φύλαξη κατά τον εντοπισμό τους, τη λήψη μέτρων παραπομπής σε κατάλληλες υπηρεσίες φιλοξενίας και φροντίδας και την υποστήριξη της συμμετοχής τους στην εκπαιδευτική και κοινωνική ζωή έως ότου ολοκληρωθεί κοινωνική έρευνα σχετικά με τη δυνατότητα και σκοπιμότητα επαναπατρισμού τους και υλοποιηθούν τα δέοντα μέτρα για την προστασίας τους.

Β. Είσοδος στην Επικράτεια

Σύμφωνα με μία γενική αρχή του διεθνούς δικαίου, είναι στη διακριτική ευχέρεια των κρατών να αποφασίσουν αν θα επιτρέψουν την είσοδο στην επικράτειά τους σε αλλοδαπούς. Καμία διεθνής συνθήκη εξασφαλίζει ένα γενικό δικαίωμα των αλλοδαπών να εισέλθουν, να κατοικήσουν ή να εγκατασταθούν σε μία ευρωπαϊκή χώρα. Ωστόσο, η άρνηση εισόδου ή απέλασης μπορεί να αποτελεί προσβολή άλλων δικαιωμάτων, όπως του δικαιώματος στο σεβασμό της οικογενειακής ζωής (άρθρο 8§1 της ΕΣΔΑ) ή παραβίαση της γενικής απαγόρευσης διακρίσεων του άρθρου 14 ή ακόμα και ταπεινωτική μεταχείριση, από την άποψη του άρθρου 3, εάν υπάρχουν ισχυρά στοιχεία ότι ο αλλοδαπός θα μεταφερθεί σε ένα κράτος όπου θα υποβληθεί σε απάνθρωπη μεταχείριση. Υπό το διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τα κράτη οφείλουν να εγγυώνται, να εξασφαλίζουν και να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων όσων βρίσκονται στη δικαιοδοσία τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας Από την στιγμή λοιπόν, που οι μετανάστες εισέρχονται στη δικαιοδοσία του κράτους, εντός ή εκτός της επικράτειας, το κράτος έχει την υποχρέωση να σεβαστεί όλα τα ανθρώπινα δικαιώματά τους και να τους προστατέψει από κάθε προσβολή των δικαιωμάτων τους από τρίτους που μπορεί να συμβεί κατά τη διαδικασία εισόδου, στην περίπτωση των παράτυπων μεταναστών, κατά την αναχαίτισή τους ενώ προσπαθούν να εισέλθουν στην επικράτεια. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι τα όργανα του κράτους, δεν μπορούν να αφαιρούν τη ζωή των παράτυπων μεταναστών που εισέρχονται ή επιχειρούν να εισέλθουν στην επικράτεια. Σημαίνει επίσης ότι το κράτος έχει θετική υποχρέωση να λάβει κάθε δυνατό μέτρο για να προστατεύει τους μετανάστες από την αυθαίρετη αφαίρεση της ζωής και την κακομεταχείριση από τρίτους, μεταξύ αυτών από ιδιώτες, κατά την είσοδο στην επικράτεια (όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις περιπτώσεις της εμπορίας ή διακίνησης ανθρώπων). Όταν λοιπόν οι παράτυποι μετανάστες συλλαμβάνονται από τις αρχές, δεν πρέπει να υποβάλλονται σε σωματική ή ψυχολογική μεταχείριση που συνιστά βασανιστήριο ή σε άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση, συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης υπερβολικού σωματικού περιορισμού ή υπερβολικής και ανάρμοστης σωματικής έρευνας, ή καταναγκαστικών ιατρικών εξετάσεων και ότι πρέπει να εξασφαλίζονται τα δικαιώματά τους στην υγεία και την ικανοποιητική τροφή ενώ βρίσκονται υπό κράτηση.

Ωστόσο το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρέχει περιορισμένη διαδικαστική προστασία στους μετανάστες που εισέρχονται σε μια χώρα: συγκεκριμένα, το δικαίωμα δίκαιης ακρόασης είναι απίθανο να γίνει σεβαστό σε σχέση με αποφάσεις κατά την είσοδο στην επικράτεια. Έχει αποκλειστεί ρητά από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε ότι αφορά αποφάσεις σχετικά με άλλες πτυχές του ελέγχου της μετανάστευσης ενώ η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έχει αφήσει το ζήτημα ανοιχτό.

Η χορήγηση άδειας εισόδου δεν πρέπει να παραβιάζει το δικαίωμα προστασίας από κάθε διάκριση λόγω φυλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης. Η προστασία αυτή πηγάζει από το Άρθρο 2.1 ΔΣΑΠΔ, σε συνδυασμό με τα Άρθρα 13 και 26 ΔΣΑΠΔ (γενική ρήτρα μη διάκρισης), καθώς και από άλλες οικουμενικές και περιφερειακές συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τόσο η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ όσο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχουν αποφανθεί ότι νομοθεσία που περιορίζει το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στη χώρα προορισμού και ασυλία από την απέλαση μόνο στις συζύγους των ανδρών πολιτών και όχι στους συζύγους των γυναικών πολιτών παραβιάζει την απαγόρευση της διάκρισης λόγω φύλου (Άρθρο 2 ΔΣΑΠΔ και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών) καθώς και τα δικαιώματα των γυναικών πολιτών στην οικογενειακή ζωή (Άρθρο 17 ΔΣΑΠΔ και 8 ΕΣΔΑ) και στην ισότιμη απόλαυση των ανθρώπινων δικαιωμάτων (Άρθρο 3 ΔΣΑΠΔ).

Πριν φύγετε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *