Προστατευόμενοι μάρτυρες: νομοθετικό καθεστώς

Ν 2928/2001: Τρομοκρατία: τροποποίηση ΠΚ (εγκλημ. οργάνωση), ΚΠΟΙΝΔ κλπ 

Την περίοδο αυτή ο θεσμός των προστατευόμενων μαρτύρων έχει έρθει στο προσκήνιο για λόγους γνωστούς από την επικαιρότητα. Ως Νομικοί προβληματιστήκαμε για το νομικό καθεστώς που διέπει τις εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις, το οποίο για λόγους επιστημονικούς και ενημερωτικούς παραθέτουμε πιο κάτω, όπως το ανασύραμε από τη βάση δεδομένων NOMOS.

Εφαρμοστέος είναι ο Ν. 2928/2001 και δη το άρθρο 9 αυτού, που, όπως φαίνεται πιο κάτω, έχει τροποποιηθεί επανειλημμένως από την έκδοσή του μέχρι σήμερα. Ο νόμος θεσπίστηκε για να προστατεύσει τους ουσιώδεις μάρτυρες που συμβάλλουν στην εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης ειδικά, κατά την έννοια του άρθρου 187 ΠΚ. Με τον Ν. 3875/2010 η προστασία επεκτάθηκε και σε μαρτυρίες για αξιόποινες πράξεις εμπορίας ανθρώπων και παράνομης διακίνησης μεταναστών. Με τον Ν. 4254/2014 η ένταξη σε καθεστώς προστασίας μαρτύρων επεκτάθηκε στις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235-237Α ΠΚ (δηλ. δωροληψίες/δωροδοκίες πολιτικών αξιωματούχων και υπαλλήλων). Προστατεύονται πλέον και οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος κατ’ άρθρο 45Β ΚΠΔ, όπως και οι ιδιώτες που συμμετέχουν σε συγκεκαλυμμένη έρευνα κατά το άρθρο 253Β ΚΠΔ.

Ως μέτρα προστασίας των παραπάνω προσώπων και των οικείων τους προβλέπονται η φύλαξη από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας, η μη αναγραφή του πραγματικού τους ονόματος στην έκθεση κατάθεσης, η μετεγκατάσταση στο εξωτερικό, η μετάθεση, απόσπαση ή μετάταξη χωρίς δημοσίευση σε ΦΕΚ επί δημοσίων υπαλλήλων κ.α.

Διαβάζουμε, ότι ο προστατευόμενος μάρτυρας μπορεί να κληθεί να καταθέσει στο ακροατήριο με το ψευδώνυμο που του αποδόθηκε στην προδικασία ή καθόλου. Την αποκάλυψη της ταυτότητάς του μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας ή διάδικος ή να διατάξει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο. Μόνο εφόσον γνωστοποιηθεί η πραγματική του ταυτότητα μπορεί να στηριχθεί στην κατάθεσή του, αποκλειστικά, η καταδίκη του κατηγορουμένου. Ειδάλλως, η κατάθεση συνεκτιμάται με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.

Ο προστατευόμενος μάρτυρας διατηρεί το ατομικό του δικαίωμα να αρνείται ή να διακόπτει την παραπάνω προστασία του, η οποία ούτως ή άλλως αίρεται, εφόσον αυτός δεν συνεργάζεται για την εφαρμογή της. Διαβάστε παρακάτω τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις σε πλήρες κείμενο.

                            Αρθρο 9(πηγή: Βάση δεδομένων NOMOS) 
Προστασία μαρτύρων
1. Κατά την ποινική διαδικασία για τις πράξεις της συγκρότησης ή συμμετοχής σε οργάνωση της παραγράφου 1 του άρθρου 187 του ποινικού κώδικα και για συναφείς πράξεις μπορεί να λαμβάνονται μέτρα για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των ουσιωδών μαρτύρων, των προσώπων που κατά το άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων ή και των οικείων τους.
2. Μέτρα προστασίας είναι η φύλαξη με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας, η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της, η μη αναγραφή στην έκθεση εξέτασης του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας, που διατάσσονται με αιτιολογημένη διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, η μεταβολή των στοιχείων ταυτότητας, «η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες,» καθώς και η μετάθεση ή μετάταξη ή απόσπαση για αόριστο χρονικό διάστημα, με δυνατότητα ανάκλησής της, των δημοσίων υπαλλήλων, που αποφασίζονται κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις από τους αρμόδιους Υπουργούς ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Η υπουργική απόφαση μπορεί να προβλέπει τη μη δημοσίευσή της στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και άλλους τρόπους διασφάλισης της μυστικότητας της πράξης. Τα μέτρα προστασίας λαμβάνονται με τη σύμφωνη γνώμη του μάρτυρα, δεν περιορίζουν την ατομική ελευθερία του πέρα από το αναγκαίο για την ασφάλειά του μέτρο και διακόπτονται αν ο μάρτυρας το ζητήσει εγγράφως ή δεν συνεργάζεται για την επιτυχία τους.
*** Οι μέσα σε " " λέξεις της παρ.2 προστέθηκαν με το άρθρο όγδοο παρ.1 Ν.3875/2010,ΦΕΚ Α 158/20.9.2010.
«3. Με απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλλυλεγγύης, Υγείας, Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Προστασίας του Πολίτη, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και κάθε άλλου καθ` ύλην αρμόδιου Υπουργού, όπου συντρέχει περίπτωση, καθορίζεται ο φορέας και η διαδικασία υλοποίησης των μέτρων προστασίας που περιλαμβάνονται στην προηγούμενη παράγραφο».
*** Η παρ.3 η οποία είχε προστεθεί με το άρθρο όγδοο παρ.2 Ν.3875/2010,ΦΕΚ Α 158, αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο δέκατο ένατο Ν.4411/2016, ΦΕΚ Α 142/3.8.2016.
«4. Κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ο μάρτυρας του οποίου δεν αποκαλύφθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας καλείται με το όνομα που αναφέρεται στην έκθεση εξέτασης του. Αν ζητηθεί από τον εισαγγελέα ή από έναν διάδικο η αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος του, το δικαστήριο αποφαίνεται αιτιολογημένα για την αποκάλυψη ή μη. Την αποκάλυψη μπορεί να διατάξει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει όσα ορίζονται στο άρθρο 354 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.».
*** Η αναριθμημένη παράγραφος 4 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο όγδοο παρ.4 Ν.3875/2010,ΦΕΚ Α 158/20.9.2010.

[Παρέκβαση: Μάρτυρες που είναι αδύνατο να εμφανιστούν Αρθρο 354 ΚΠΔ - Αν κάποιος μάρτυρας δεν εξετάστηκε καθόλου κατά την προδικασία και δεν είναι δυνατό ή είναι πολύ δύσκολο να εμφανιστεί, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει σε ένα από τα μέλη του ή σε άλλο δικαστή την εξέταση του μάρτυρα στον τόπο όπου διαμένει ή και στο σπίτι του, αν διαμένει στην έδρα του δικαστηρίου. Στην εξέταση αυτή, που μπορεί να γίνει και με διακοπή της δίκης (άρθρ. 353 παρ. 4), εφαρμόζονται όσα ορίζει το άρθρο 328. Η κατάθεση του μάρτυρα διαβάζεται στο ακροατήριο διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία (άρθρο 365).
Εξέταση των μαρτύρων που έχουν κώλυμα να εμφανιστούν Αρθρο 328 ΚΠΔ - Οταν ο εισαγγελέας ή ένας διάδικος, αφού παραπεμφθεί η υπόθεση στο ακροατήριο, θεωρεί ότι εξαιτίας ασθένειας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος δεν είναι δυνατό να εμφανιστεί στο δικαστήριο μάρτυρας που δεν εξετάστηκε στην ανάκριση, μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο του δικαστηρίου ή τον πταισματοδίκη την ένορκη εξέταση του μάρτυρα. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η εξέταση γίνεται στον τόπο όπου αυτός βρίσκεται από ανακριτικό υπάλληλο, που τον διορίζει ο δικαστής ο οποίος διέταξε την εξέταση ο δικαστής ειδοποιεί τον εισαγγελέα και τους διαδίκους να παραστούν στην εξέταση είτε οι ίδιοι είτε εκπροσωπούμενοι από συνήγορό τους. Ο κατηγορούμενος, όταν βρίσκεται σε προσωρινή κράτηση έξω από τον τόπο της εξέτασης, δεν προσάγεται έχει όμως δικαίωμα να παραστεί δια συνηγόρου που διορίζει με απλή επιστολή, την οποία βεβαιώνει ο διευθυντής του καταστήματος όπου κρατείται. Η έκθεση για την εξέταση αυτή διαβάζεται στο ακροατήριο. Διαφορετικά, η διαδικασία είναι άκυρη.]

5. Αν δεν έχουν αποκαλυφθεί τα στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου.
*** Οι παρ. 3 και 4 αναριθμήθηκαν σε 4 και 5 αντίστοιχα με το άρθρο όγδοο παρ.2 Ν.3875/2010,ΦΕΚ Α 158/20.9.2010.
*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Με το άρθρο 42 παρ.6 Ν.3251/2004,ΦΕΚ Α 127/9.7.2004 ορίζεται ότι:"Οι διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Ν.2928/2001 εφαρμόζονται και για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα".
«6. Κατά την ποινική διαδικασία για τις αξιόποινες πράξεις εμπορίας ανθρώπων κατά τα άρθρα 323, 323Α, 323Β και 351 του Π.Κ., καθώς και για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης διακίνησης μεταναστών κατά τα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005 (ΦΕΚ 212 Α`), μπορεί να λαμβάνονται μέτρα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 έως 4, για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό του θύματος αυτών των πράξεων, όπως αυτό χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων ι` και ια` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3386/2005, των οικείων του θύματος ή των ουσιωδών μαρτύρων, ακόμη και όταν οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις δεν έχει τελεσθεί στο πλαίσιο οργανωμένου εγκλήματος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 187 παρ. 1 του Π.Κ.».
*** Η παρ.6 προστέθηκε με το άρθρο όγδοο παρ.5 Ν.3875/2010,ΦΕΚ Α 158/20.9.2010.
«7. Σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α και 235 έως 237Α του Ποινικού Κώδικα, ακόμα κι αν δεν τελέσθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, είναι δυνατόν να παρέχεται στους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος κατ` άρθρο 45Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στους ιδιώτες κατ` άρθρο 253Β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των ως άνω αξιοποίνων πράξεων ή, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο, και στους οικείους των προαναφερθέντων προσώπων, η προβλεπόμενη στις παραγράφους 1 έως 5 προστασία από πιθανολογούμενες πράξεις εκφοβισμού ή αντεκδίκησης.»
*** Η παράγραφος 7 προστέθηκε με την υποπαράγραφο ΙΕ.17. άρθρου πρώτου Ν.4254/2014,ΦΕΚ Α 85/7.4.2014.
Άρθρο 45Β ΚΠΔ Αποχή από ποινική δίωξη μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος  
1. Σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159,159Α, 235,236,237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα και τις συναφείς με αυτές πράξεις, είναι δυνατόν, μετά από έγκριση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς, να χαρακτηρίζεται ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος με πράξη του κατά τόπον αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς όποιος, χωρίς να εμπλέκεται καθ` οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω πράξεις και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος, συμβάλλει ουσιωδώς, με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές, στην αποκάλυψη και δίωξη τους. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο πράξη του εισαγγελέα μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής δίκης, αν ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι που τον οδήγησαν στην έκδοση της.
2. Αν έχει υποβληθεί έγκληση ή μήνυση για τα εγκλήματα της ψευδορκίας, της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου του Ποινικού Κώδικα ή για τις πράξεις των παραγράφων 4 ή 8 του άρθρου 22 του ν. 2472/1997 σε υπόθεση σχετική με τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, ο αρμόδιος για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέας, πριν από κάθε άλλη ενέργεια, ενημερώνει σχετικά τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς.
3. Αν ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς, κρίνει μετά από την κατά την προηγούμενη παράγραφο ενημέρωση του, ότι η ποινική δίωξη των εγκλημάτων της ψευδορκίας, της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου ή των εγκλημάτων των παραγράφων 4 ή 8 του άρθρου 22 του ν. 2472/1997, δεν είναι απαραίτητη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, μπορεί να παραγγείλει στον αρμόδιο για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέα την οριστική αποχή από την ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις.»
*** Το άρθρο 45Β προστέθηκε με την υποπαράγραφο ΙΕ.15. άρθρου πρώτου Ν.4254/2014,ΦΕΚ Α 85/7.4.2014.
«Άρθρο 253Β ΚΠΔ Ανακριτικές πράξεις επί εγκλημάτων διαφθοράς  
Ειδικά για τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235,236,237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτές δεν τελούνται στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης, η έρευνα μπορεί να συμπεριλάβει και τη διενέργεια:
α) συγκαλυμμένης έρευνας, την οποία ενεργεί ανακριτικός υπάλληλος με παραγγελία του αρμόδιου εισαγγελέα και αφού ενημερωθεί προηγουμένως ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς. Η εν λόγω παραγγελία δίδεται αν συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τελείται ήδη ή πρόκειται να επαναληφθεί η τέλεση κάποιας από τις αξιόποινες πράξεις της παραγράφου 1 και η αποκάλυψη αυτής είναι με άλλον τρόπο αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής. Κατά τη συγκαλυμμένη έρευνα ο ανακριτικός υπάλληλος ή ο ιδιώτης που ενεργεί υπό τις οδηγίες του εμφανίζεται ως ωφελούμενος ή ως μεσολαβητής ωφελουμένου προσώπου από την αξιόποινη πράξη της παραγράφου 1 και διευκολύνει στην τέλεση της τον δράστη που την έχει προαποφασίσει. Η συγκαλυμμένη έρευνα ενεργείται για εύλογο κατά τις περιστάσεις χρονικό διάστημα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το έτος. Ο ενεργών τη συγκαλυμμένη έρευνα μπορεί να φέρει συγκαλυμμένα στοιχεία ταυτότητας και φορολογικά ή άλλα στοιχεία και να συναλλάσσεται με αυτά για τις ανάγκες της έρευνας που διεξάγει. Οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εκδόσεως των εν λόγω στοιχείων συγκάλυψης ορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Για τις ενέργειες του συγκαλυμμένα δρώντος συντάσσεται αναλυτική έκθεση κατά τα άρθρα 148 έως 153. Αποδεικτικά στοιχεία που αποκτήθηκαν με ενέργειες του συγκαλυμμένα δρώντος, οι οποίες δεν μνημονεύονται αναλυτικά στην έκθεση, δεν λαμβάνονται υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου.
β) Άρσης του απορρήτου, καταγραφής δραστηριότητας εκτός κατοικίας και συσχέτισης ή συνδυασμού δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτές προβλέπονται στα στοιχεία γ`, δ` και ε` της παραγράφου 1 του άρθρου 253Α. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 2 και 3 του ίδιου άρθρου.» *** Το άρθρο 253Β προστέθηκε με την υποπαράγραφο ΙΕ.16. άρθρου πρώτου Ν. 4254/2014,ΦΕΚ Α 85/7.4.2014.

Easy Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *