Καταγγελία σύμβασης εργασίας: Πότε θεωρείται καταχρηστική

179/2016 ΑΠ (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 6298/2014 απόφαση ΜΕφΑθ)

Περίληψη: Ο εργαζόμενος πρέπει να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του. Εν προκειμένω, η ενάγουσα εργαζόμενη ισχυρίζεται ότι η εργοδότρια εταιρία καταχρηστικώς κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της, επειδή οι τρεις συνεχόμενες εγκυμοσύνες της και οι νόμιμες απουσίες της κατά τη διάρκεια αυτών προκάλεσαν την εμπάθεια της εργοδότριας σε βάρος της. Αυτό αποδεικνύεται κατά την εργαζόμενη από το ότι η απόλυσή της έγινε τρεις ημέρες μετά τη λήξη της 18μηνης προστασίας που της παρείχε ο ν. 3996/2011 και δεν οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, δεδομένου ότι οι λόγοι αυτοί είχαν αντιμετωπισθεί με τη θέση συστήματος εκ περιτροπής εργασίας. Απορριπτέοι οι ισχυρισμοί αυτοί, καθόσον δεν αναφέρεται ποιο όργανο της εναγομένης διακατέχονταν από εμπάθεια προς την ενάγουσα, ούτε κάποιο περιστατικό, ενδεικτικό του αρνητικού κλίματος. Άλλωστε, ενώ η ενάγουσα εργαζόμενη δέχεται, ότι η καταγγελία συνέβη μετά την επιστροφή της απ’ την τρίτη εγκυμοσύνη της και ότι η εμπάθεια υπήρχε από την πρώτη εγκυμοσύνη, δεν εξηγεί τους λόγους που η εκδικητικότητα εκδηλώθηκε με τόση καθυστέρηση. Εξάλλου, η απόλυση της ενάγουσας τρεις ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας προστασίας της μητρότητας, δεν την καθιστά καταχρηστική εκ μόνου του λόγου αυτού.

Απόσπασμα: Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112 /1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού. Στην περίπτωση αυτή, επί αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, η αγωγή δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ` υποφορά να προβληθεί με την αγωγή. Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 460/2013, 1694/2012). […]

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία δραστηριοποιείται στο χώρο της εισαγωγής βιομηχανικού εξοπλισμού και ειδικότερα στον κλάδο των μηχανημάτων καθαρισμού, απογόμωσης και ανακύκλωσης υλικών. Ότι στις 4-5-2007 προσλήφθηκε απ’ αυτή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και από ώρα 08.00 έως 16.00, ως γραμματέας του εμπορικού τμήματος της εναγομένης. Ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας της στην εναγομένη η ενάγουσα απέκτησε τρία τέκνα, λαμβάνοντας κάθε φορά τις νόμιμες άδειες (κυήσεως και λοχείας), όμως είχε προκληθεί δυσαρέσκεια για τη λήψη των εν λόγω νόμιμων αδειών. Ότι ειδικότερα τον Οκτώβριο του 2010 ανακοίνωσε στην εναγομένη την κύηση στο τρίτο τέκνο της, το οποίο γεννήθηκε στις 28-6-2011. Ότι στις 27-10-2010 ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης Α. Κ. ενημέρωσε εγγράφως τους εργαζόμενους (εννέα άτομα) ότι μειώθηκε ο τζίρος (κύκλος εργασιών) της εναγομένης και προτίθεται να εφαρμόσει το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης και τους κάλεσε σε διαβούλευση. Ότι στις 3-11-2010 συντάχθηκε σχετικό πρακτικό διαβούλευσης, βάσει του οποίου τρεις εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, τέθηκαν υπό καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης για το διάστημα από 8-11-2010 έως 31-12-2010 και από 1-1-2011 έως 30-6-2011. Ότι ειδικότερα η ενάγουσα θα εργαζόταν τέσσερις (4) ημέρες την εβδομάδα (πλην Τετάρτης) από ώρα 08.00 έως 16.00, εναλλάξ με εβδομάδα κανονικής απασχόλησης, η δε σχετική εργοδοτική απόφαση κοινοποιήθηκε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας Νέας Ιωνίας. Ότι στις 11-3-2011 ο ίδιος ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης προσκάλεσε προς διαβούλευση τους εργαζόμενους, διότι προτίθετο να εφαρμόσει το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης, λόγω της σημαντικής μείωσης της δραστηριότητας της εναγομένης. Ότι στις 18-3-2011 συντάχθηκε σχετικό πρακτικό και ο Α. Κ. ανακοίνωσε στους εργαζόμενους ότι θα εφαρμόσει σύστημα εργασίας δύο (2) εργασίμων ημερών. Ότι η σχετική εργοδοτική απόφαση γνωστοποιήθηκε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας στις 23-3-2011, σε αυτή δε αναφέρεται ότι η ενάγουσα θα εργάζεται για το διάστημα από 28-3-2011 έως 30-9-2011 δύο(2) εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα (Τρίτη και Τετάρτη), με ωράριο από 08.00 έως 16.00. Ότι, περαιτέρω, ο Α.Κ., επικαλούμενος την συνεχιζόμενη μείωση του επιχειρηματικού κύκλου εργασιών της εναγομένης, απηύθυνε νέα πρόσκληση προς διαβούλευση στο προσωπικό της τελευταίας, προκειμένου να εφαρμοσθεί τροποποιημένη εκ περιτροπής απασχόληση. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι στις 5-1-2012, μετά από διαβούλευση, η εναγομένη αποφάσισε όπως για το διάστημα από 16-1-2012 έως 15-10-2012 ισχύσει για την εργαζόμενη Ι. Τ. εβδομαδιαία απασχόληση τεσσάρων (4) εργασίμων ημερών και για τον εργαζόμενο Φ. Ζ. εβδομαδιαία απασχόληση δύο (2) εργασίμων ημερών, γνωστοποίησε δε αυτή την απόφαση στις 13-1-2012 στην Επιθεώρηση Εργασίας Νέας Ιωνίας. Ότι στις 20-4-2012, κατόπιν της προαναφερθείσας πρόσκλησης, αποφάσισε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης όπως για την ενάγουσα, για το διάστημα από 24-4-2012 έως 31-12-2012, ισχύσει το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας με δύο (2) εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα και στις 24-4-2012 γνωστοποίησε την εν λόγω απόφασή του στην ως άνω Επιθεώρηση Εργασίας. Οτι η ενάγουσα, όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι της εναγομένης, έλαβαν γνώση των ως άνω εργοδοτικών αποφάσεων, αφού υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα. Ότι η παραπάνω απόφαση της εργοδότριας είχε αποτελέσει και συμβατικό όρο στην σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, όρο τον οποίο αυτή ρητά και γραπτά αποδέχθηκε χωρίς να διατυπώσει καμμία αντίρρηση. Ότι η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας στην ενάγουσα δεν υπερβαίνει τα αντικειμενικά όρια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Συνεχίζοντας το Εφετείο δέχεται ότι η εναγομένη στις 31-12-2012 κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, ενώ ήταν σε ολιγοήμερη αναρρωτική άδεια. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστικά γενόμενη, καθόσον οφείλεται στις τρεις εγκυμοσύνες της ενάγουσας που, λόγω των νόμιμων απουσιών της, δημιούργησαν αρνητικό κλίμα σε βάρος της και εμπάθεια της εναγομένης σε βάρος της. Ότι είναι χαρακτηριστικό ότι η απόλυση της ενάγουσας έγινε τρεις ημέρες μετά τη λήξη της 18μηνης προστασίας που της παρείχε ο ν. 3996/2011. Ότι είναι προφανές ότι δεν οφείλεται αυτή σε οικονομοτεχνικούς λόγους, αφού αυτοί, λόγω της οικονομικής κρίσης, έχουν αντιμετωπισθεί από την εναγομένη με την άσκηση του νόμιμου δικαιώματός της για εκ περιτροπής εργασία. Ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η εναγομένη δεν επέλεξε ηπιότερο μέτρο, όπως θα ήταν η συνέχιση ως προς αυτή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας. Ότι, συνεπώς, η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει για το διάστημα από Ιανουάριο 2013 έως Δεκέμβριο 2013 τις πλήρεις αποδοχές της ενάγουσας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι θα ίσχυε ως προς αυτή και για το επίμαχο διάστημα το προαναφερθέν σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης, η οποία παραπονείτο για την αποδοχή της αγωγής ως προς το κεφάλαιο της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας και της υποχρέωσής της να καταβάλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας για ολόκληρο το έτος 2013, επικυρώνοντας, ως προς τα κεφάλαια αυτά, την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και περαιτέρω διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας, οφειλόμενης σε εκδικητικότητα και εμπάθεια λόγω των προηγηθεισών εγκυμοσυνών της αναιρεσίβλητης και την εξ αιτίας της καταχρηστικότητας αυτής οφειλής μισθών υπερημερίας από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα: α) δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιο όργανο -φυσικό πρόσωπο- της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας διακατέχονταν από εμπάθεια και εκδικητικότητα προς την ενάγουσα και αν η προσωπική αυτή εμπάθεια και εκδικητικότητα συνδέεται με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, β) δεν αναφέρεται ούτε ένα περιστατικό, ενδεικτικό του αρνητικού κλίματος που διακατείχε τους νόμιμους εκπροσώπους της εναγομένης προς το πρόσωπο της ενάγουσας, το οποίο να σχετίζεται με το γεγονός ότι αυτή κατά τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης γέννησε τρία τέκνα και έλαβε τις νόμιμες άδειες κύησης και λοχείας, κάθε φορά που επέστρεφε στην εργασία της, γ) ενώ δέχεται ότι η καταγγελία συνέβη μετά την επιστροφή της ενάγουσας από τη γέννηση του τρίτου τέκνου της και ότι η εμπάθεια και το αρνητικό κλίμα σε βάρος της υπήρχε από την πρώτη εγκυμοσύνη, δηλαδή από τρία ή τέσσερα έτη πριν από την τρίτη, δεν παρέχει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε εξήγηση για τους λόγους που η αναφερόμενη διάθεση εκδικητικότητας των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης εκδηλώθηκε με τόση καθυστέρηση, ούτε αναφέρει πρόσφατα περιστατικά, που να συνδέουν τη συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, δ) δεν διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αν εξέλειπαν οι λόγοι που επέβαλαν την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρηση της εναγομένης για το μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας χρονικό διάστημα, ώστε να δικαιούται η τελευταία τις πλήρεις αποδοχές υπερημερίας που της επιδικάσθηκαν για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2013, αντί των μειωμένων αποδοχών που ελάμβανε μέχρι την καταγγελία λόγω της εφαρμογής εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρηση της εναγομένης και ε) δεν αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση ότι η συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης έρχεται σε προφανή, δηλαδή έκδηλη, αντίθεση προς τα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, που θέτουν φραγμό στην άσκηση του δικαιώματος. Εξάλλου, η απόλυση της ενάγουσας τρεις ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας προστασίας της μητρότητας, του ν. 3996/2011, δεν την καθιστά καταχρηστική εκ μόνου του λόγου αυτού και δεν αρκεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική η καταγγελία αυτή, επειδή έγινε μετά το πέρας του 18μήνου, χωρίς τη συνδρομή πρόσθετων περιστατικών που, όπως προεκτέθηκε, δεν διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους επισημαίνονται τα ανωτέρω. […]

Πηγή: nomos

Easy Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *