Εκλογή ΠτΔ από ειδικό εκλεκτορικό σώμα, του Καθηγητή Α. Χαραλαμπάκη

Αναδημοσιεύουμε πρόσφατο άρθρο του Καθηγητή Ποινικού δικαίου ΔΠΘ κ. Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, με τίτλο «Εκλογή ΠτΔ από ειδικό εκλεκτορικό σώμα». Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Καθημερινή, την 09.08.2016. Το site μας παρακολουθεί το διάλογο για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

«Για έναν μάλλον ανεξήγητο λόγο, αφετηρία για την όλη συζήτηση περί συνταγματικής αναθεώρησης αποτέλεσε η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μία συντηρητικότερη αντίληψη εμμένει στη διατήρηση του ισχύοντος συστήματος (εκλογή από τη Βουλή, άρθρο 32 Συντ.), ενώ η κυβέρνηση προσανατολίζεται προς την εκλογή ΠτΔ απευθείας από τον λαό. Ορθότερη θα ήταν η εκλογή του ΠτΔ από ένα ειδικό εκλεκτορικό σώμα, που θα αποτελείται από αιρετούς εκπροσώπους της κοινωνίας, των παραγωγικών τάξεων, της επιστήμης κ.ά., συμπεριλαμβάνοντας τους τριακόσιους εν ενεργεία βουλευτές, τους εκλεγμένους περιφερειάρχες, τους δημάρχους των τριών μεγαλυτέρων δήμων της χώρας, τους διατελέσαντες Προέδρους Δημοκρατίας και πρωθυπουργούς, τους προέδρους των μεγάλων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ κ.λπ.) και επαγγελματικών συλλόγων (ΔΣΑ, ΠΙΣ), τους προέδρους του Τεχνικού Επιμελητηρίου, του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, του Εμπορικού Συλλόγου και του ΣΕΒ, τον πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, τους πρυτάνεις των τριών μεγαλυτέρων ΑΕΙ της χώρας. Η εκλογή από ένα τόσο πολύπλευρα αντιπροσωπευτικό εκλεκτορικό σώμα προσδίδει ιδιαίτερο κύρος στον θεσμό του ΠτΔ, μειώνοντας σημαντικά τον κίνδυνο κομματικών σκοπιμοτήτων, όταν η εκλογή γίνεται από τη Βουλή, ή σοβαρής επιβάρυνσης της δημόσιας ζωής, εφόσον η εκλογή θα γινόταν απευθείας από τον λαό με καθολική ψηφοφορία.

Το πιο «καυτό» ζήτημα που σχετίζεται με τη συνταγματική αναθεώρηση αφορά στον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Οι εντυπώσεις πλήρους ατιμωρησίας που προξενούνται από την ρύθμιση στο άρθρ. 86 Συντ. δεν απαλείφονται με τα υποκριτικά ημίμετρα που θέσπισε ο ν. 3126/2003. Είναι προφανές ότι η όποια νέα ρύθμιση θα πρέπει να διευκολύνει την ποινική διερεύνηση σοβαρών αξιόποινων πράξεων που τυχόν διαπράχθηκαν από μέλη της κυβερνήσεως. Από την άλλη πλευρά και η πλήρης υπαγωγή των πράξεων αυτών στις κοινές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας θα προξενούσε επικίνδυνες για την πολιτική ζωή του τόπου καταστάσεις. Ορθότερη θα ήταν, και μάλιστα υπό το πρίσμα του σεβασμού της διάκρισης των εξουσιών, η υπαγωγή των αξιόποινων πράξεων των υπουργών στην τακτική Δικαιοσύνη, με ρυθμίσεις όμως ειδικής δικαιοδοσίας (προκαταρκτική εξέταση και ποινική δίωξη από αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή εισαγγελέα Εφετών, τακτική ανάκριση από αρεοπαγίτη – ανακριτή, βούλευμα από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου), για την δε επ’ ακροατηρίω εκδίκαση των υποθέσεων αρμόδιο θα είναι, όπως και σήμερα, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρ. 86, παρ. 4 Συντ. Όσον αφορά το καίριο ζήτημα της παραγραφής, είναι προφανής η ανάγκη κατάργησης της προκλητικής διάταξης του άρθρ. 86, παρ. 3, εδ. β΄ Συντ. Το δικαιότερο θα ήταν να ισχύουν εδώ οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις των άρθρ. 111 επ. Π.Κ., με θέσπιση, όμως, ειδικού, βραχύτερου χρόνου παραγραφής για τα κακουργήματα. […]»

Διαβάστε το υπόλοιπο άρθρο από την πηγή του εδώ.

Θυμηθείτε κι αυτά
prev next

Πριν φύγετε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *