Κορωνοϊός και σύγκρουση καθηκόντων: Ποιος θα πεθάνει πρώτος;

Κορωνοϊός και σύγκρουση καθηκόντων 

Όταν οι γιατροί καλούνται να αποφασίσουν ποιον θα κρατήσουν εν ζωή

Της Κάτιας Κατσανδρή, Δικηγόρου, ΠΜΣ Ποινικών Επιστημών ΕΚΠΑ

Στην Ιταλία οι γιατροί πρέπει να αποφασίσουν ποιους ανθρώπους θα προσπαθήσουν να σώσουν από τη πανδημία του κορωνοϊού και ποιους θα αφήσουν να πεθάνουν. Κάτι τέτοιο μπορεί δυστυχώς να συμβεί και στην ελληνική πραγματικότητα, αν δε φανούμε συνετοί.  Τότε οι γιατροί θα κληθούν να κρίνουν με βάση κάποια κριτήρια όπως αυτό της ηλικίας και της υπάρχουσας κατάστασης υγείας και θα προσπαθήσουν να διασώσουν αυτόν που έχει τις περισσότερες πιθανότητες να σωθεί. Δέον να αναφερθεί ότι η Ιταλία είναι ένα κράτος με υπερδιπλάσιο αριθμό κλινών ανά 100.000 πολίτες, συγκεκριμένα στην γείτονα χώρα αναλογούν 13 κλίνες ανά 100.000 άτομα ενώ στην Ελλάδα μόλις 6.

Όταν ο εκάστοτε ιατρός κληθεί να σταθμίσει την βλάβη που θα προκληθεί στην υγεία ή και την ζωή ενός ασθενούς που θα τεθεί χαμηλότερα στην προτεραιότητα ή και «θυσιασθεί» προκειμένου να διασωθεί ένας άλλος ασθενής, εκ πρώτης όψεως δεν δύναται να υπάρξει επιλογή, διότι πρόκειται για ισάξια αγαθά και δεν μπορεί να κριθεί ως κατώτερη η ζωή του έτερου ασθενή, καθότι όλες οι ζωές κρίνονται ισάξιες. Ο Ανδρουλάκης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ακόμα κι η ζωή του εσχατόγηρου με τη ζωή ενός νέου στην ακμή της ηλικίας του, η ζωή του βαρύτατα και ανίατα ασθενούς ή του ολιγοφρενικού βλάκα, με τη ζωή του απόλυτα υγιούς ή του μεγαλοφυούς κατόχου του βραβείου Nobel»[1].

Οι ζωές των πολλών εν κινδύνω είναι ισάξιες με τη ζωή ενός που βρίσκεται σε κίνδυνο. Συνεπώς θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως καταρχήν δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης σε περίπτωση ανθρωποκτονιών σε βάρος μεμονωμένων ατόμων για τη σωτηρία των πολλών, καθώς από μεριάς ποινικού δικαίου αποκλείεται η αριθμητική των ανθρώπινων ζωών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 του Ποινικού Κώδικα κατάσταση ανάγκης που αίρει το άδικο είναι η κατάσταση, στην οποία υφίσταται σύγκρουση εννόμων αγαθών, δικαιωμάτων ή συμφερόντων και στην οποία προτιμάται το σημαντικά ανώτερο έννομο αγαθό, δικαίωμα ή συμφέρον, οπότε αν ο δράστης έβλαψε το κατώτερο έννομο αγαθό προκειμένου να διασώσει το σημαντικά ανώτερο έννομο αγαθό δεν τέλεσε άδικη πράξη και άρα δεν τέλεσε έγκλημα.[2] Κάνοντας λόγο για κατάσταση ανάγκης στο Ποινικό Δίκαιο εννοούμε μια πραγματική κατάσταση κινδύνου, στην οποία περιέρχεται ξαφνικά ένα ορισμένο έννομο αγαθό και από την οποία δεν μπορεί να εξέλθει αυτό με άλλο τρόπο παρά μόνο με τη θυσία ενός άλλου εννόμου αγαθού.[3]

Στις περιπτώσεις των ασθενών των Μ.Ε.Θ. δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 25 του Ποινικού Κώδικα. Κατ’ εξαίρεση όμως θα μπορούσε να συγχωρεθεί η άδικη πράξη του γιατρού, η ανθρωποκτονία την οποία τέλεσε σε περίπτωση σύγκρουσης καθηκόντων.

Η σύγκρουση ισάξιων καθηκόντων ως αυτοτελής λόγος άρσης του αδίκου δύναται να γίνει αποδεκτή μόνο σε περιπτώσεις «σωρευτικής κοινότητας ισοδύναμου κινδύνου», όπου υπάρχει σύγκρουση ισοδύναμων καθηκόντων. Για παράδειγμα σε περιπτώσεις που οι γιατροί καλούνται να σώσουν πολλούς τραυματίες πολέμου ή πολλούς νοσούντες από πανδημία. Στις εν λόγω περιπτώσεις ο εκάστοτε γιατρός δύναται εκ των πραγμάτων να βοηθήσει κάποιους ασθενείς όχι όμως όλους, δεν υπάρχει δηλαδή κάποια άλλη εναλλακτική νόμιμη συμπεριφορά αυτού.[4]

Σύγκρουση καθηκόντων

Σύγκρουση καθηκόντων έχουμε όταν το βαρυνόμενο με πλείονα νομικά καθήκοντα πρόσωπο (εν προκειμένω ο γιατρός) περιέρχεται σε τέτοια πραγματικά γεγονότα, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση η εκπλήρωση του ενός καθήκοντος να καθίσταται δυνατή μόνο με ταυτόχρονη παραβίαση ενός άλλου, το οποίο τον βαρύνει ταυτοχρόνως. Σύγκρουση καθηκόντων ανακύπτει μόνο στην περίπτωση που τα δύο αυτά καθήκοντα συμπίπτουν χρονικά, όταν δηλαδή υπό κανονικές συνθήκες αυτά συνυπάρχουν δίχως το ένα να επηρεάζει το άλλο.[5]

Σύγκρουση καθηκόντων και κατάσταση ανάγκης

Η σύγκρουση καθηκόντων αποτελεί (υπό ευρεία έννοια) μορφή κατάστασης ανάγκης, αφού και στην περίπτωση αυτή υπάρχει η αδιέξοδη κατάσταση που χαρακτηρίζει την τελευταία.  Αν ο δεσμευόμενος από δύο καθήκοντα έπραττε «έτσι κι αλλιώς» άδικα (ακόμη και αν in concreto η εκπλήρωση του ενός καθήκοντος είναι δυνατή μόνο με ταυτόχρονη παραβίαση του άλλου), το ποινικό μας δίκαιο θα καθιέρωνε κανόνα «σώσε και τα δύο έννομα αγαθά έστω κι αν in concreto μπορείς να σώσεις μόνο το ένα». Ο προαναφερθείς κανόνας θα ήταν προφανώς παράλογος και συνεπώς δεν θα μπορούσε να είναι δεσμευτικός καθώς θα παραβίαζε την θεμελιώδη αρχή του δικαίου “ impossibilium nulla est obligatiο” που σημαίνει «ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα».

Η σύγκρουση καθηκόντων ως αυτοτελής λόγος άρσης του αδίκου υφίσταται μόνο στην περίπτωση καθηκόντων ενέργειας και όχι καθήκοντος ενέργειας με καθήκον παραλείψεως. Σε περίπτωση σύγκρουσης δύο ή περισσότερων ισοδύναμων καθηκόντων ενέργειας από τα οποία μόνο το ένα δύναται να εκπληρωθεί, τότε το άδικο της παράλειψης του πράττοντος να συμμορφωθεί προς τα υπόλοιπα αίρεται, με την προϋπόθεση ότι αυτός εκπλήρωσε τουλάχιστον το ένα από αυτά. Εκ των παραπάνω γίνεται σαφές πως ο γιατρός, ο οποίος μπορεί να σώσει μόνο τον ένα εκ των δύο ασθενών (πχ. συνδέοντας τον έναν με τον μοναδικό πνευμονοθώρακα και αφήνοντας τον άλλον να πεθάνει) δεν πράττει άδικα, παρόλο που η παράβαση του σε άλλη περίπτωση θα συνιστούσε ανθρωποκτονία.[6]

Το «άλλως δύνασθαι πράττειν»

Για τη μομφή κάποιου για την άδικη πράξη που τέλεσε, εν προκειμένω την μομφή του ιατρού για τον θάνατο ασθενή, θα πρέπει να μπορούσε να πράξει διαφορετικά και να μη το έπραξε.

Η κατάσταση ανάγκης που αίρει τον καταλογισμό

Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 του Ποινικού Κώδικα: «η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλον από την πράξη πρέπει να είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε». Στην περίπτωση της επιλογής του γιατρού για τον ποιο ασθενή θα επιχειρήσει να διασώσει και ποιον θα αφήσει να πεθάνει έχουμε να κάνουμε με ανάλογες βλάβες, με ισάξια έννομα αγαθά. Η διάταξη όμως του άρθρου 32 ΠΚ αξιώνει ο παρών και αναπότρεπτος με άλλα μέσα κίνδυνος να απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου του δράστη ή συγγενή αυτού. Εν προκειμένω, οι γιατροί καλούνται να δράσουν ως «τρίτοι» σε σχέση με τους ασθενείς που καλούνται να σώσουν και με εκείνους που αναγκάζονται να «θυσιάσουν» για τη σωτηρία των προηγούμενων. Θα μπορούσε συνεπώς κανείς να υποστηρίξει αρχικά την άποψη πως ο γιατρός δεν υπάγεται στην περίπτωση αυτή, στο άρθρο 32 του ΠΚ.

Προτού όμως προδικάσουμε θα πρέπει να ελέγξουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενήργησαν οι γιατροί, αν είχαν δηλαδή την επιλογή να ενεργήσουν διαφορετικά και δεν το έπραξαν, σε περιπτώσεις σύγκρουσης καθηκόντων, δηλαδή σε περιπτώσεις προστασίας δύο ισάξιων καθηκόντων, τα οποία προστατεύουν δύο ισάξια έννομα αγαθά και όπου για τη διάσωση του ενός απαιτείται να «θυσιαστεί» το άλλο, άλλως θα χαθούν και τα δύο. Στην περίπτωση αυτή ο γιατρός καθίσταται κάτι σαν «επί γης Θεός» καθώς αποφασίζει αντί της μοίρας ποιος άνθρωπος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει. Ο γιατρός που καλείται να λάβει την απόφαση αυτή βρίσκεται εν όψει ενός τραγικού διλλήματος και βιώνει έντονη ψυχολογική πίεση καθώς είναι αναγκασμένος να πάρει γρήγορα μία απόφαση καθοριστική για τη ζωή κάποιων ανθρώπων και να θυσιάσει κάποιους εξ’ αυτών, προκειμένου να προλάβει των θάνατο όλων.

Η παραπάνω επιλογή του γιατρού δεν συγχωρείται μόνο εξαιτίας της ακραίας ψυχικής πίεσης την οποία βιώνει αλλά κυρίως γιατί δεν του δόθηκε άλλη επιλογή, γιατί δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά. Συνεπώς, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής του «μη άδικου» για τους γιατρούς οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τραγικά διλήμματα, το ποινικό δίκαιο δίνει τη λύση, συγχωρώντας τους. Η άδικη λοιπόν πράξη της ανθρωποκτονίας, την οποία τελεί ο γιατρός, ο οποίος λαμβάνει την απόφαση ζωής ή θανάτου σε τέτοια τραγική κατάσταση θα «συγχωρεθεί» με τον αποκλεισμό του καταλογισμού αυτού.

Κατά τη θεωρία του «διπλού αποτελέσματος» (“doctrine of double effect”/ “duplex-effectus-Lehre”), επιτρέπεται η πράξη που προκαλεί ένα καλό και ένα κακό (απότοκο του καλού) αποτέλεσμα, με την προϋπόθεση την επιδίωξη μόνο του καλού αποτελέσματος (το κακό έχει προβλεφθεί από τον δράστη μόνο ως παρεπόμενη συνέπεια). Στην περίπτωση δηλαδή που οι γιατροί επέλεξαν τη σωτηρία μίας ζωής αλλά ως άμεση συνέπεια της επιλογής αυτής επήλθε ο θάνατος μίας άλλης ζωής, τότε οι γιατροί δεν σκότωσαν κανέναν, άλλα άφησαν κάποιον να πεθάνει μη δυνάμενοι να πράξουν διαφορετικά.

Πρόκειται συνεπώς για μία «ιατρική πολέμου», όπου οι ιατροί επιλέγουν ποιος θα μπει στη ΜΕΘ και θα ζήσει. Ας μη κάνουμε πιο δύσκολο το ήδη δυσχερές έργο τους βάζοντας τους σε τέτοια τραγικά διλλήματα και μετρώντας νεκρούς όπως η γειτόνισσα χώρα μας, η Ιταλία. Ας μείνουμε σπίτι

[1] Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο-Γενικό Μέρος (θεωρία για το έγκλημα), Σάκκουλας, 2000, σελ. 418

[2] Σατλάνης Χ., Εισαγωγή στο Ποινικό Δίκαιο-Γενικό μέρος, 2η έκδοση με τον Νέο Ποινικό Κώδικα (Ν. 4619/2019),  Νομική Βιβλιοθήκη, 2019, σελ. 156

[3] Κωστάρας Α., Ποινικό Δίκαιο-Έννοιες και Θεσμοί του Γενικού έρους, 3η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 351

[4] Συμεωνίδου-Κασταντίδου, Ποινικό Δίκαιο (σειρά Ι. Μανωλεδάκη), άρθρα 1-49 ΠΚ, σελ. 681

[5] Μυλωνόπουλος Χ., Ποινικό Δίκαιο-Γενικό Μέρος, Τόμος I, σελ. 504

[6] Μυλωνόπουλος Χ., ό.π., σελ. 506-509

 
Θυμηθείτε κι αυτά
prev next

Πριν φύγετε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *