Άρθρο για τη διεθνή σύμβαση κατάργησης των φυλετικών διακρίσεων

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΚΑΘΕ ΜΟΡΦΗΣ     

                                                     ΦΥΛΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ

                                              ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ

 

Του Δημήτρη Τουτουντζόγλου, Δικηγόρου Δράμας

Το νομικό καθεστώς στην Ελλάδα

Η Ελλάδα ως χώρα με δημοκρατική παράδοση και ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει ένα βαρύ οπλοστάσιο ενάντια στο ρατσισμό και στην ξενοφοβία.

Αρχικά, το ίδιο το Σύνταγμα κατοχυρώνει την απόλαυση ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων ανεξαρτήτως φυλής, εθνικότητας, φύλου, θρησκείας. Ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (α.2 παρ.1),  η ισότητα ενώπιον του νόμου (ά. 4), η προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας (α.5 παρ 2), η ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης (α. 13), η ελευθερία γραπτής και προφορικής έκφρασης (α. 14), η ελευθερία της τέχνης, της επιστήμης και της έρευνας (α.16), το δικαίωμα ίσης αμοιβής στην εργασία (α 22 παρ 1), η δυνατότητα λήψης θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ αντρών και γυναικών (α.116 παρ 2) και η υποχρέωση των κρατικών οργάνων να διασφαλίσουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων (α.25) αποτελούν τα βασικά θεμέλια του ελληνικού κράτους για την καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων. Η αποτύπωση αυτών των αρχών στο Σύνταγμα είναι ιδιαίτερης σημασίας, καθώς το ποινικό δίκαιο έχει διττό ρόλο, αφενός αποτελεί μηχανισμό προστασίας των σημαντικών κοινωνικών αγαθών, αφετέρου αποτελεί μηχανισμό περιορισμού θεμελιωδών ελευθεριών του πολίτη που υφίσταται τις συνέπειές του. Εξαιτίας λοιπόν της στενής σχέσης του ποινικού δικαίου με τα θεμελιώδη δικαιώματα, υφίσταται αυξημένη ανάγκη οι αρχές και τα όρια του ποινικού δικαίου να έχουν συνταγματική αποτύπωση.Περεταίρω, σε επίπεδο Ποινικού δικαίου σημαντική είναι η τροποποίηση του άρθρου 79 με το αρ. 23 του Ν 3719/2008 και το αρ. 66 του Ν 4139/2013, ώστε η τέλεση της πράξης από μίσος προκαλούμενο λόγω της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών, της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής ή του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου του παθόντος να συνιστά επιβαρυντική περίσταση και η ποινή να μην αναστέλλεται. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Αστικού Κώδικα, ο αλλοδαπός απολαμβάνει τα αστικά δικαιώματα του ημεδαπού.

Εκτός από τις διατάξεις στους κώδικες η Ελλάδα διαθέτει πολλούς νόμους για την εξάλειψη του ρατσισμού.  Πρόκειται για το Ν 927/1979 περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις, ο οποίος τροποποιήθηκε από το Ν 4285/2014,  το Ν 3304/2005, ο οποίος ενσωμάτωσε τις Οδηγίες 2000/43 και 2000/48, το Ν 494/1970 για την κύρωση της διεθνούς σύμβασης του Ο.Η.Ε. 1966, το Ν1342/1983 που κύρωσε την Σύμβαση για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών, το ΝΔ 53/1974, με το οποίο κυρώθηκε η ευρωπαϊκή σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, το ΝΔ 309/1954 το οποίο κύρωσε τη Σύμβαση του ΟΗΕ για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας, το ΝΔ 1426/1984, το οποίο κύρωσε τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, το ΝΔ 2462/97 και ΝΔ 1532/1985, που κύρωσαν το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και το Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά,  κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα αντίστοιχα, το άρθρο 3 παρ. 3 εδ γ’ του Ν 2328/1995 σύμφωνα με το οποίο η διαφήμιση δεν θα πρέπει να εισάγει διακρίσεις λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας ή να προσβάλει θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις, το Ν 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και στοιχεία που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση και τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις. Όσον αφορά στα βακούφια (φιλανθρωπικά ιδρύματα), ένα θέμα που αφορά τη μουσουλμανική μειονότητα της δυτικής Θράκης, θεσπίστηκε στις 29 Φεβρουαρίου 2008 ο Νόμος 3647/08 που επιτρέπει, μεταξύ άλλων, την εκλογή των διοικητικών επιτροπών τους από την ίδια τη μειονότητα.

Νόμος 927/1979

Ήδη από την πρώτη ανάγνωση γίνεται αντιληπτό πως πρόκειται για μια ιδιαίτερη κατηγορία εγκλημάτων, τα εγκλήματα μίσους που διαφέρουν από τα υπόλοιπα εγκλήματα κυρίως ως προς το κίνητρο του δράστη και τον τρόπο επιλογής του θύματος. Πρόκειται για εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου , όπως η απειλή, η παράνομη βία, η φθορά ξένης ιδιοκτησίας, οι σωματικές βλάβες, η ανθρωποκτονία ή κάθε άλλη πράξη που στρέφεται κατά ατομικού ή κοινωνικού έννομου αγαθού, τα οποία όμως τελούνται με ένα ιδιαίτερο κίνητρο, τη μισαλλοδοξία. Στα εγκλήματα μίσους ο δράστης δε διαλέγει το θύμα με βάση συγκεκριμένους προσωπικούς λόγους, άλλα εξαιτίας του γεγονότος πως το θύμα ανήκει σε μια ομάδα-κοινότητα ώστε με την πράξη του να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Τα ρατσιστικά εγκλήματα ως εγκλήματα μίσους σε αντίθεση με τα κοινά εγκλήματα επηρεάζουν έναν ευρύ κύκλο ατόμων και συνοδεύονται από μια μεγάλη δυναμική να προκαλέσουν κοινωνική αναταραχή, εφόσον δεν έχουν σκοπό να εκφοβίσουν ένα συγκεκριμένο θύμα, αλλά ολόκληρη την ομάδα στην οποία αυτό ανήκει να και να στείλουν σε αυτήν ένα ηχηρό μήνυμα. Η τιμωρία της πράξης δεν αποσκοπεί στη διασφάλιση κάποιων συγκεκριμένων εξατομικευμένων εννόμων αγαθών, αλλά των συνθηκών που είναι απαραίτητες για την ειρηνική διαβίωση των πολιτών. Επομένως, η αναζήτηση του εννόμου αγαθού πρέπει να συνεχιστεί.Τα ρατσιστικά εγκλήματα προσβάλλουν μεταξύ άλλων και τη δημόσια τάξη υπό την ανωτέρω έννοια. Προκαλούν όχι μόνο αμφιβολίες στους πολίτες για την ικανότητα επιβολής της έννομης τάξης, αλλά και ανησυχία και τρόμο που πηγάζει από την άμεση αμφισβήτηση της δυνατότητας της κρατικής εξουσίας να επιβάλλει την έννομη τάξη και να τηρήσει την υποχρέωσή της για τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι’ αυτό το λόγο δεν θα ήταν ικανοποιητική η αντιμετώπιση του ρατσισμού με βάσει τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που προστατεύουν τα ατομικά έννομα αγαθά. Ως έγκλημα διακινδύνευσης διαταράσσει τη δημόσια τάξη με τη δημιουργία ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας σε έναν συγκεκριμένο τόπο, όπου η παραμικρή «σπίθα» είναι ικανή να επιφέρει την κοινωνική έκρηξη. Αυτό εκφράζεται με τη δυναμική της λέξης «προτροπή», η οποία ενέχει παρότρυνση, παρόρμηση, ενθάρρυνση, παρακίνηση και διέγερση. Επομένως, σημαντικό ρόλο στο νόμο 927/1979 παίζει ο τρόπος εκφοράς του λόγου, ο οποίος πρέπει να περιέχει στοιχεία που οδηγούν τον αποδέκτη του μηνύματος να αντιδράσει έντονα και να δημιουργηθεί ο ανωτέρω κίνδυνος. Με άλλα λόγια αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι η έκφραση μιας συγκεκριμένης άποψης αλλά η απήχηση που μπορεί να έχει αυτή στον κοινωνικό βίο. Γι’ αυτό άλλωστε και τυποποιείται η δημόσια τέλεση της πράξης που μπορεί να εισακουστεί και να επηρεάσει οποιονδήποτε δέκτη.

Η αντικειμενική υπόσταση του νόμου 927/1979 περιλαμβάνει τρεις τρόπους τέλεσης:

α)τη δημόσια προτροπή σε τέλεση πράξεων που μπορούν να προκαλέσουν μίσος ή βία κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων εκ μόνου του λόγου της φυλετικής, εθνικής καταγωγής ή θρησκεύματος (αρ.1 παρ 1) β) Τη σύσταση ή συμμετοχή σε οργανώσεις που επιδιώκουν οργανωμένη προπαγάνδα ή δραστηριότητα που τείνει σε φυλετικές διακρίσεις (α.1 παρ 2) γ) Την έκφραση προσβλητικών ιδεών κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής (α.2). Είναι φανερό πως πρόκειται για εγκλήματα ρατσιστικού λόγου που έρχονται σε αντίστιξη με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Ρατσιστικός λόγος είναι αυτός που εκφράζει προκατάληψη, υποτίμηση ή μίσος εναντίον προσώπου ή ομάδας προσώπων λόγω της φυλής, του χρώματος, της εθνικότητας, της θρησκείας, της σεξουαλικής προτίμησης ή άλλων διακριτικών χαρακτηριστικών τους165. Αναμφισβήτητα ο ρατσιστικός λόγος, ο οποίος εκδηλώνεται σε διάφορα επίπεδα όπως στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο εκπαιδευτικόακαδημαϊκό, στο διαπροσωπικό και στο επίπεδο συστήματος πληροφόρησης, δεν είναι λιγότερο επικίνδυνος από ότι οι άλλες κοινωνικές πρακτικές του ρατσισμού (βία). Μέσω αυτού αναπαράγονται και εκφράζονται οι ρατσιστικές ιδεολογίες και ταυτόχρονα βρίσκουν νομιμοποίηση οι υπόλοιπες πρακτικές του ρατσισμού, καθώς βοηθά στην δημιουργία προϋποθέσεων για την αποδοχή ή έστω την ανοχή της ρατσιστικής συμπεριφοράς. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που αυτός αποτελεί την κύρια αιτία για τη δημιουργία ρατσιστικών επεισοδίων. Συνεπώς, είναι μεν «λόγος» και όχι «πράξη», αλλά η σύνδεσή του με τις ρατσιστικές πράξεις είναι τόσο στενή που η ποινικοποίησή του θεωρείται ένα σημαντικό βήμα για την καταπολέμηση των διακρίσεων.

Ν 3304/2005

Ο νόμος Ν 3304/2005 τέθηκε με σκοπό τη θέσπιση του γενικού πλαισίου ρυθμίσεως για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής καθώς και την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας» προς ικανοποίηση των προβλέψεων των Οδηγιών 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ και περιέχει διατάξεις για την απαγόρευση άμεσων και έμμεσων διακρίσεων.

Σύγκριση του Ν 4285/2014 με τον Ν. 927/1979

Ο Ν 4285/2014 αν και τιτλοφορείται ως τροποποιητικός του Ν 927/1979, στην ουσία αντικαθιστά πλήρως τον παλαιό και διαμορφώνει ένα νέο πλαίσιο αντιμετώπισης του φαινομένου. Το νέο νομοθετικό καθεστώς συγκριτικά με το παλαιό περιορίζει το αξιόποινο και μάλιστα έχει υιοθετήσει καλύτερα την πάγια νομολογία του ΔΕΚ σχετικά με την ελευθερία έκφρασης. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 του Ν 4285/2014 αναφέρονται περισσότεροι τρόποι τέλεσης του εγκλήματος «υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει, προτρέπει»  αντί του «προτρέπει» που τυποποιούταν στο Ν 927/1979. Αυτοί οι τρόποι εν πολλοίς είναι ταυτόσημοι και καλύπτουν την ευθεία παρότρυνση, την έμμεση προτροπή και τη συναισθηματική διέγερση και σαφώς περιγράφουν κάτι πιο έντονο από την απλή προτροπή του προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος. Η ποικιλία των τρόπων τέλεσης σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη ποινή που προβλέπεται (φυλάκιση τριών μηνών έως τριών ετών και χρηματική ποινή, ενώ παράλληλα προβλέπεται αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων από ένα έως πέντε έτη σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους)  συμβάλλει στην επίλυση  του ζητήματος συρροής μεταξύ αυτής της διάταξης και της διέγερσης του 183 ΠΚ, καθότι θα εφαρμοστεί η πρώτη ως ειδικότερη. Περαιτέρω, στη νέα διάταξη στα ήδη τυποποιημένα κριτήρια της εθνικής, φυλετικής καταγωγής ή του θρησκεύματος προστίθενται και άλλα κριτήρια διάκρισης όπως χρώμα, γενεαλογικές καταβολές σεξουαλικός προσανατολισμός, ταυτότητα φύλου και αναπηρία, θέτοντας υπό την προστασία του νόμου κι άλλες ευπαθείς και πολλές φορές κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες. Ένα ακόμη στοιχείο που περιορίζει το αξιόποινο είναι πως το έγκλημα πλέον τιμωρείται μόνο όταν τελείται κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω ατόμων.

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 εισάγεται νέο έγκλημα, αυτό της υποκίνησης, προτροπής, πρόκλησης ή διέγερσης σε πράξεις φθοράς ή βλάβης πραγμάτων, εφόσον αυτά χρησιμοποιούνται από τις παραπάνω ομάδες, και παράλληλα προστίθεται η προϋπόθεση αυτό να γίνεται κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη. Προφανώς σε αυτά τα πράγματα περιλαμβάνονται θρησκευτικά αντικείμενα. Επίσης, στο νέο νόμο στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου προβλέπεται επιβαρυντική περίσταση σε περίπτωση που η πράξη τελέστηκε από δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων. Αυτό δικαιολογείται από το γεγονός πως οι δημόσιοι υπάλληλοι ή λειτουργοί, κυρίως αστυνομικοί, δικαστές, εισαγγελείς είναι αυτοί που έρχονται σε άμεση επαφή με τους δράστες και τα θύματα και ως εκ τούτου αξιώνεται από αυτούς πιο προσεκτική και υπεύθυνη μεταχείριση. εθνικά σύμβολα, οίκοι λατρείας, χώροι διαμονής, εκπαίδευσης, ψυχαγωγίας. Τις μεγαλύτερες αντιδράσεις έχει προκαλέσει η εισαγωγή του εγκλήματος της δημόσιας επιδοκιμασίας ή άρνησης εγκλημάτων (άρθρο 2), καθώςΣυμπερασματικά, ο νέος νόμος συγκριτικά με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς είναι σαφέστερος και ασφαλέστερος. Τα όποια δογματικά προβλήματα ή ασάφειες που τυχόν υπάρχουν μπορούν να ξεπεραστούν με τη σωστή ερμηνεία και εφαρμογή του από τα αρμόδια όργανα.  θεωρήθηκε ότι ποινικοποιεί το φρόνημα και παραβιάζει την ελευθερία εκφράσεως.

 

Νομολογία

α) Η υπαρ. 3/2010 ΑΠ (ΟΛΟΜ-ΠΟΙΝ)

Φυλετικές διακρίσεις δια του Τύπου. Συγγραφή βιβλίου από συγγραφέα ιστορικό , στο οποίο αναφερόταν στους Εβραιοσιωνιστές. Κήρυξη αθώου του κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις που του καταλογίζονται καθότι οι Εβραιοσιωνιστές δεν αποτελούν ομάδα προσώπων που εντάσσονται στην έννοια της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής του Ν. 927/1979.

β) Η υπαρ. 26/2011 ΔΙΑΤ ΕΙΣΠΡ ΑΙΓΙΟΥ

Δια του Τύπου προτροπή σε πράξεις ή ενέργειες δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους. Διατύπωση από Μητροπολίτη στην προσωπική του ιστοσελίδα αρνητικών απόψεων κατά των άθεων. Αβάσιμη η έγκληση καθόσον δεδομένης της ιδιότητας του εγκαλουμένου ως Ιεράρχη της Εκκλησίας της Ελλάδος και του τόπου όπου δημοσιεύθηκε το κείμενο, συνάγεται ότι δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο που απαιτείται για την έκφραση των απόψεών του ως Μητροπολίτης.

 

 

Easy Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *