ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΔΔΑ «ΚΩΝΣΤΑΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ» (Προσφυγή αριθ. 53466/07)

ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΔΔΑ «ΚΩΝΣΤΑΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ» (Προσφυγή αριθ. 53466/07)

Από τον Δημήτρη Τουτουντζόγλου, Δικηγόρο Δράμας

Πραγματικά περιστατικά

Ο Δημήτρης Κώνστας, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διετέλεσε, μεταξύ άλλων (όπως, υπηρεσιακός Υπουργός Τύπου στις βουλευτικές εκλογές του 1996 και Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο Συμβούλιο της Ευρώπης, κατά τα έτη 1997-1999) και Πρύτανης αυτού, την πενταετία 1990-1995. Τον Σεπτέμβριο του 1998 ξέσπασε ένα οικονομικό σκάνδαλο, εντός του Ιδρύματος και το Πρυτανικό Συμβούλιο διέταξε διοικητική έρευνα, αναφορικά με την οικονομική διαχείριση, προ του έτους 1997. Το σχετικό πόρισμα υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος και άσκησε ποινικές διώξεις εναντίον πενήντα τεσσάρων ατόμων, που κατείχαν θέσεις Πρυτάνεως και Αντιπρυτάνεως, κατά την περίοδο 1992-1998. Ανάμεσά τους και ο προσφεύγων, ο οποίος κατηγορήθηκε για την διάπραξη κατά εξακολούθηση και από κοινού των αδικημάτων της ψευδούς βεβαίωσης, της πλαστογραφίας, της υπεξαίρεσης και της απάτης σε βάρος του Δημοσίου που υπερέβαινε το ποσό των 50.000.000 δραχμών (146.735 ευρώ περίπου).

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2005 το Συμβούλιο Εφετών, επικυρώνοντας την απόφαση του Εισαγγελέα, απάλλαξε ορισμένους εκ των κατηγορουμένων, ενώ αντίθετα έκρινε ότι ο προσφεύγων διαδραμάτισε  «πρωταγωνιστικό ρόλο» στην διάπραξη των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων. Δύο χρόνια περίπου αργότερα (06/06/2007), καταδικάσθηκε, μαζί με άλλους 8 συγκατηγορούμενους, από το Τριμελές  Εφετείο Κακουργημάτων, σε κάθειρξη δεκατεσσάρων ετών, για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, απάτη σε βάρος του Δημοσίου και ψευδή βεβαίωση, ωστόσο η εκτέλεση της ποινής ανεστάλη, λόγω έφεσης που άσκησε την ίδια ημέρα και μέχρι την έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής.

Λίγες ημέρες μετά, στις 11/06/2007 και προ ακόμη της καθαρογραφής της πρωτοδίκης απόφασης (έγινε την 4η Νοεμβρίου 2009), λόγω μίας πολιτικής αντιπαράθεσης, μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, ο Υφυπουργός Οικονομικών ανέφερε αυτολεξεί: «Και ποιοι είναι οι άφθαρτοι; Οι συκοφάντες, οι πρωτοκλασάτοι Βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ και πρώην Υπουργοί του ΠΑ.ΣΟ.Κ, που έτρεξαν να υπερασπιστούν τους καταχραστές του Παντείου; Ήταν ή δεν ήταν προσωπικοί, πολιτικοί σας φίλοι; Τους διορίσατε υπηρεσιακούς Υπουργούς Τύπου, πρέσβεις εκ προσωπικοτήτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όταν ήδη είχαν αρχίσει να δημοσιοποιούνται τα σκάνδαλα στο Πάντειο; Φιλαράκια σας ήταν, αγαπητοί συνάδελφοι και τρέξατε να τους υπερασπίσετε στη Βουλή. Κλέβεστε και μεταξύ σας. Σύμφωνα με το χθεσινό Βήμα ακόμα και τα λεφτά του κ. Σημίτη καταχράστηκαν οι φίλοι σας»  Ακολούθησαν, στις 02/07/2007 και 12/02/2008 αντίστοιχα, η δήλωση του Πρωθυπουργού, ενώπιον της Ολομέλειας του Βουλής, ότι πρόκειται για « πρωτοφανές σκάνδαλο εσκεμμένης και σχεδιασμένης υπεξαίρεσης 8.000.000 ευρώ προς ίδιον όφελος στο Πάντειο Πανεπιστήμιο» και αυτή του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος απευθυνόμενος στην αντιπολίτευση, ενώπιον του Κοινοβουλίου, είπε χαρακτηριστικά: «Σας θυμίζω επίσης το σκάνδαλο του Παντείου Πανεπιστημίου. Με θάρρος και παρρησία η ελληνική δικαιοσύνη απεφάσισε και καταδίκασε εκείνους τους οποίους εσείς προστατεύατε όλα αυτά τα χρόνια»

Οι ανωτέρω τοποθετήσεις, των τριών ανωτάτων κρατικών αξιωματούχων, κρίθηκαν από τον προσφεύγοντα ως παραβιάζουσες το άρθρο 6§2 της Ευρωπαικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, από την στιγμή που η υπόθεση εκκρεμούσε στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων και η πρωτόδικη απόφαση δεν είχε ακόμη καθαρογραφεί, ώστε να γνωρίζουν τα γεγονότα, όπως αυτά εξακριβώθηκαν από το δικαστήριο.

Λόγοι προσφυγής στο ΕΔΔΑ

Ο προσφεύγων θεμελίωσε την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, αναφερόμενος, αφενός στην απόφαση του Συμβουλίου Εφετών (που δέχθηκε ότι αυτός διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στο σκάνδαλο), αφετέρου στις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Υφυπουργού Οικονομικών. Επιπλέον, επικαλούμενος το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, ισχυρίστηκε, ότι δεν διέθετε κανένα εθνικό ένδικο μέσο, προκειμένου να προστατευτεί όχι μόνο από τις ανωτέρω παραβιάσεις του άρθρου 6§2, αλλά και από διάφορες παρατυπίες, που έλαβαν χώρα, κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία και αντέβαιναν στις διατάξεις των άρθρων 6§1,3(γ) και (δ) και άρθρο 8 της Σύμβασης.

Επιχειρήματα της Κυβέρνησης

Η Κυβέρνηση αντέλεξε, ότι ο προσφεύγων είχε την δυνατότητα να καταθέσει αγωγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, βάσει των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, προσκομίζοντας νομολογία, που αποδείκνυε πως η ελληνική έννομη τάξη είχε αποδεχθεί ότι το τεκμήριο αθωότητας συνιστά μέρος της προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου και κάθε προσβολή της μπορεί να οδηγήσει στην αποζημίωση του ενδιαφερόμενου. Όσον αφορά δε τις επίμαχες δηλώσεις των τριών ανώτατων πολιτικών προσώπων, τόνισε ότι αυτές απλά εντάσσονταν στο πλαίσιο μιας πολιτικής αντιπαράθεσης που έλαβε χώρα στην Βουλή, χωρίς να κατονομάσουν ρητά τον προσφεύγοντα και ως εκ τούτου δεν παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας. Εξάλλου, ο χρόνος που μεσολάβησε, μεταξύ των ως άνω τοποθετήσεων και της δευτεροβάθμιας διαδικασίας, ήταν τέτοιος, ώστε να αδυνατούν να επηρεάσουν την κρίση του Πενταμελούς Εφετείου.

 Επιχειρήματα του προσφεύγοντος

Ο προσφεύγων, αντέκρουσε ότι τα επικαλούμενα από την Κυβέρνηση ένδικα μέσα ήταν αναποτελεσματικά. Όχι μόνο δεν είχε στην διάθεσή του εσωτερικό ένδικο βοήθημα, με το οποίο θα ζητούσε από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο να εξετάσει την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, αλλά και οι προσκομιζόμενες αποφάσεις αφορούσαν στην αστική ευθύνη δημοσιογράφων και καμία δεν αναγνώριζε την ευθύνη μέλους της Κυβέρνησης για προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας. Μάλιστα, σε κάποια από τις προσκομισθείσες, κρίθηκε ως συνταγματικός ο αποκλεισμός της προσωπικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης.

Περαιτέρω, υποστήριξε πως οι υπό κρίσιν δηλώσεις, από τα συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα, λόγω και των δημοσίων αξιωμάτων που κατείχαν,  ήταν ικανές να ασκήσουν επιρροή κατά την εκδίκαση της έφεσης και συνακόλουθα έπρεπε αυτοί να δείξουν μία επιφυλακτικότητα και διακριτικότητα, μέχρι την περάτωση της δευτεροβάθμιας ποινικής διαδικασίας, ιδιαίτερα, εάν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι η πρωτόδικη απόφαση καθαρογράφηκε σε χρόνο μεταγενέστερο των επίδικων τοποθετήσεων.

Επί της ουσίας

Το Δικαστήριο έχει προβεί σε μία δυναμική ερμηνεία του άρθρου 6§2, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής διαδικασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας κρίνεται η κατηγορία κατά του προσφεύγοντα. Στην υπό κρίσιν υπόθεση, δέχθηκε ότι ως διαδικαστική εγγύηση το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί έκφανση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, κατοχυρώνοντας παράλληλα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειάς του. Συνακόλουθα, σχόλια και κρίσεις, τα οποία υποδηλώνουν την ενοχή του, μεσούσης της δίκης, προσβάλλουν το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν διασφαλίζει απλά τη δικονομική του θέση, πριν κριθεί αρμοδίως η ποινική του ευθύνη. Εξ αντιδιαστολής, συμπεραίνουμε ότι οι αρμόδιες αρχές δεν εμποδίζονται από το να αναφέρονται στην υπόθεση. Αλλά οι σχετικές αναφορές πρέπει να γίνονται διακριτικά, χωρίς να παροτρύνουν την κοινή γνώμη να πιστέψει στην ενοχή του κατηγορουμένου ή να προδικάζουν τη δικαστική κρίση. Υπερβαίνοντας το διαδικαστικό χαρακτήρα της διάταξης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη διακρίβωση της ενοχής, πολλώ δε μάλλον η αθώωση, αποτελούν αυτοτελή στοιχεία της προσωπικότητας του προσφεύγοντος, τα οποία τον συνοδεύουν εσαεί και ως εκ τούτου πρέπει να γίνονται σεβαστά και πέρα των ορίων της ποινικής δίκης. Συνεπώς, το άρθρο 6§2 εφαρμόζεται και στην περίπτωση που η προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας, εκπορεύεται από μη δικαστικές αρχές. Η ανωτέρω συλλογιστική υποδηλώνει ρητά, ότι επιβάλλεται σε κάθε εκπρόσωπο του Κράτους, να απόσχει από δηλώσεις περί ενοχής του κατηγορουμένου, πριν αυτή κριθεί δικαστικά. Το αυτό ισχύει και στην κατ’ έφεση διαδικασία, όπου επανεξετάζονται τόσο τα πραγματικά, όσο και τα νομικά περιστατικά.  Ωστόσο, οι όποιες κρίσεις διατυπωθούν θα εξετασθούν υπό το φως της εύρεσης του πραγματικού τους νοήματος και της ένταξής τους στο ιστορικό πλαίσιο της επίδικης υπόθεσης.

               Στην εξεταζόμενη διαφορά, οι δηλώσεις δύο πολιτικών προσώπων, κρίθηκαν ως αντιβαίνουσες στο άρθρο 6§2. Ειδικότερα, η χρήση του όρου «απατεώνας» από τον Υφυπουργό Οικονομικών, κατά τη διάρκεια συζήτησης εντός της Βουλής, με παράθεση και άλλων στοιχείων, που επί της ουσίας φωτογράφιζαν τον προσφεύγοντα και ενώ εκκρεμούσε ακόμα η ασκηθείσα από τον τελευταίο έφεσή του, κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης για απάτη εις βάρος του δημοσίου και η αποστροφή του Υπουργού Δικαιοσύνης, ότι «η δικαιοσύνη με τόλμη και παρρησία είχε καταδικάσει τα πρόσωπα που εμπλέκονταν σε αυτήν την υπόθεση». Ακόμη, υπενθύμισε το Δικαστήριο, ότι ο τελευταίος, λόγω της θεσμικής του ιδιότητας και της αυξημένης επιρροής που θα μπορούσαν να ασκήσουν οι δηλώσεις του στη δικαστική λειτουργία, θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι εκκρεμούσε ακόμα η ποινική διαδικασία, και μάλιστα σε πρώτο βαθμό είχε διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, έως την έκδοση της εφετειακής απόφασης. Με άλλα λόγια, το δικαιοδοτικό όργανο έκρινε ότι δεν υπήρξε μία απλή αναφορά στο αντικειμενικό γεγονός της πρωτόδικης δίκης, αλλά μία κρίση, που θα μπορούσε να εκληφθεί και ως παρότρυνση στους δευτεροβάθμιους δικαστές, να επικυρώσουν με απόφασή τους, την πρωτόδικη. Αντίθετα, η δήλωση του Πρωθυπουργού ότι επρόκειτο για «σκάνδαλο άνευ προηγουμένου»,  αν και κατά την άποψη του Δικαστηρίου θα μπορούσε να αποφευχθεί, θεωρήθηκε ως γενική αναφορά στην υπόθεση, που δεν είχε σκοπό να προκαταβάλλει την εφετειακή κρίση.

               Αξίζει αναφοράς το γεγονός ότι το Δικαστήριο, προκρίνοντας την προστασία του τεκμηρίου αθωότητας, δεν αποδέχθηκε τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης, περί ευρείας χρονικής απόστασης μεταξύ των επίμαχων εκφράσεων, κατά τα έτη 2007 και 2008 και της συνέχισης της διαδικασίας ενώπιον του Εφετείου, το 2011. Σε αντίθετη περίπτωση θα καταλήγαμε στο άτοπο ότι, όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια μίας ποινικής διαδικασίας, τόσο δύναται να περιοριστεί η προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας.

Διατακτικό

               Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι όντως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6§2 της Σύμβασης, σχετικά με τις δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης, ενώ αντίθετα δεν στοιχειοθετείται όσον αφορά αυτές του Πρωθυπουργού. Επιδίκασε δε στον προσφεύγοντα το ποσό των 12.000 € για ηθική βλάβη (αιτείτο 500.000 €) και 10.000 € για έξοδα και δικαστική δαπάνη (αιτείτο 14.000 €), συν κάθε άλλο ποσό που μπορεί να οφείλεται ως φόρος από τον προσφεύγοντα.

 

Easy Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *