Ο κανόνας «επιχειρηματικής κρίσης» στην ΙΚΕ

Ο κανόνας επιχειρηματικής κρίσης στην Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία

Γράφει η Κατερίνα Μαρουλάκη, φοιτήτρια Νομικής ΑΠΘ

Εισαγωγικά στοιχεία

Ο κανόνας του ανέλεγκτου των επιχειρηματικών αποφάσεων αποτελεί μία εξαίρεση από το γενικό κανόνα της ευθύνης των μελών του ΔΣ απέναντι στην εταιρεία για τις ζημίες που αυτή υπέστη εξαιτίας της δράσης των μελών του ΔΣ. Δημιουργεί δηλαδή έναν «ασφαλή λιμένα» επιχειρηματικής δράσεως, «safe harbor» όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται, καθώς  υπό την όρο της τήρησης ορισμένων προϋποθέσεων, είναι δυνατή η ανάληψη ενός επιχειρηματικού κινδύνου χωρίς νομική ευθύνη. Εφόσον δηλαδή συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα του ανέλεγκτου, δεν θεμελιώνεται ουδεμία νομική ευθύνη των διαχειριστών. Ο έλληνας νομοθέτης κωδικοποίησε αρχικά τον κανόνα επιχειρηματικής κρίσης (Business Judgment RuleBJR) στο άρθρο 22α παρ. 2 του KN 2190/1920 για τις ανώνυμες εταιρίες. Πλέον με όμοιο σχεδόν τρόπο, ο έλληνας νομοθέτης εισήγαγε νομοθετικά τον ίδιο κανόνα και στην Ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία στο άρθρο 67 παρ. 1 εδ. β’ του Ν. 4072/2012: «Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση των εταίρων ή που αφορούν εύλογη επιχειρηματική απόφαση, η οποία ελήφθη με καλή πίστη, με βάση επαρκείς πληροφορίες και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος». Συνεπώς, εφαρμόζεται ο κανόνας επιχειρηματικής κρίσης της ανώνυμης εταιρίας και επί της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με όμοιο τρόπο.

Στο άρθ. 67 παρ. 1 εδ. α’ Ν. 4072/2012 ορίζεται ότι, σε περίπτωση παράβασης των καθηκόντων του, ο διαχειριστής μιας ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας ενέχει ευθύνη απέναντι στην εταιρία για κάθε διαχειριστικό πταίσμα. Πταίσμα θεωρείται εν προκειμένω ότι υφίσταται, όταν ο διαχειριστής δεν τηρεί τους κανόνες επιμέλειας, τους οποίους μπορεί και οφείλει με βάση την καλή πίστη να τηρεί ένας μέσος επιμελής διοικητής ξένης περιουσίας. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή η ευθύνη του διαχειριστή έγκειται στην παραβίαση των κανόνων της καλής πίστης, ιδωμένης υπό το πρίσμα του εμπορικού δικαίου. Αποτελεί τη δεύτερη πηγή ευθύνης του διαχειριστή,  συμπληρώνοντας την ευθύνη που προκύπτει από παραβίαση του νόμου, του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης.

Ο κανόνας επιχειρηματικής κρίσης συνεπάγεται ότι στην περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, δεν θεμελιώνεται ευθύνη του διαχειριστή καθώς αυτός δεν ενήργησε πλημμελώς, παρά μόνον εντός του πλαισίου του επιχειρηματικού κινδύνου. Κατ’ επέκταση η εταιρία χάνει το δικαίωμα της να στραφεί εναντίον των διαχειριστών της και περιορίζεται σημαντικά η δυνατότητα του ελέγχου μίας επιχειρηματικής αποφάσεως ως προς το περιεχόμενό της.

 Από δογματική άποψη, υποστηρίζεται ότι ο κανόνας αυτός απαριθμεί λόγους που αποκλείουν το πραγματικό μιας άλλης διάταξης, αυτής που θεμελιώνει την ευθύνη των διαχειριστών. Κατ’ άλλη άποψη, θεμελιώνεται τεκμήριο και μάλιστα αμάχητο, το οποίο όμως έχει την έννοια ότι εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης, η ενέργεια του διαχειριστή τεκμαίρεται ως νόμιμη. Με τον τρόπο αυτό, ο διαχειριστής αποκτά μεγαλύτερη ευχέρεια κατά τις διαχειριστικές του πράξεις,  πράγμα το οποίο επιβάλλει η ίδια η φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας που καλείται να αναλάβει. Ο κανόνας της επιχειρηματικής κρίσης ερείδεται στην ανάγκη εξισορρόπησης ανάμεσα στην υπέρμετρη ευθύνη των διαχειριστών σε περίπτωση ανάληψης επιχειρηματικού κινδύνου και στην ανάγκη οριοθέτησης των κινήσεων αυτών στα πλαίσια της επαγγελματικής διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν. Λειτουργεί με άλλα λόγια ως νομοθετικός συμβιβασμός μεταξύ επιχειρηματικής αποτελεσματικότητας και ευθύνης της διαχειριστικής δράσεως.

Η συμμόρφωση με σύννομη απόφαση συνέλευσης εταίρων – Σύνδεση με τον κανόνα επιχειρηματικής κρίσης.

Εσωτερική ευθύνη του διαχειριστή δεν υπάρχει όταν οι πράξεις ή οι παραλείψεις του στηρίζονται σε σύννομη απόφαση της συνέλευσης των εταίρων (άρθ. 67 παρ. 1 εδ. β’ Ν. 4072/2012). Από το γράμμα του νόμου διαφαίνεται ότι ο διαχειριστής έχει υποχρέωση – και όχι μόνο δικαίωμα- να απέχει από την εκτέλεση παράνομων ή αντίθετων στο καταστατικό αποφάσεων. Το σύννομο της απόφασης αξιολογείται  τόσο σε επίπεδο τυπικής, όσο και ουσιαστικής νομιμότητας, χωρίς ωστόσο να γίνεται έλεγχος σκοπιμότητας.

Από δογματική άποψη, πρόκειται για λόγο αποκλεισμού της ευθύνης, όμως ενδέχεται να υφίσταται ευθύνη στην υλοποίηση της απόφασης, η οποία μπορεί να απαιτεί την ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους του διαχειριστή. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι η εκτέλεση εκ μέρους του διαχειριστή μιας απόφασης της συνέλευσης η οποία δεν είναι όμως σύννομη, εγκαθιδρύει λόγο ευθύνης στο πρόσωπό του, αποκλείοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα  επίκλησης του κανόνα της επιχειρηματικής κρίσεως, εφόσον είχε την δυνατότητα -και κατ’ επέκταση την υποχρέωση- να διενεργήσει σχετικό έλεγχο.

Ως σύννομη κρίνεται η απόφαση των εταίρων εφόσον εξεδόθη επί θεμάτων ως προς τα οποία η συνέλευση ήταν αρμόδια (από το νόμο ή το καταστατικό), τηρουμένων των προβλεπόμενων διατυπώσεων που ορίζονται γι΄ αυτές. Με έμμεσο τρόπο, ο διαχειριστής υποχρεούται να εξετάσει το σύννομο της απόφασης των εταίρων, προκειμένου να  προστατευτεί από τον κίνδυνο  να ενέχει ευθύνη σε περίπτωση που η εταιρεία  ζημιωθεί.  Ο έλεγχος αυτός περιορίζεται πάντως μόνο σε έλεγχο νομιμότητας και όχι σε έλεγχο σκοπιμότητας.

Στοιχειοθέτηση του κανόνα επιχειρηματικής κρίσης

Η εφαρμογή του κανόνα επιχειρηματικής κρίσης στο ελληνικό δίκαιο ως «εύλογη επιχειρηματική απόφαση» αφορά σε μια ειδική αδικοπρακτική κατηγορία διαχειριστικού πταίσματος, προσαρμοσμένης στην ειδική φύση των επιχειρηματικών αποφάσεων και πράξεων. Η ευθύνη που φέρει ο διαχειριστής συνδέεται με τις συνθήκες που ίσχυαν τη χρονική στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση και αποσυνδέεται από τη ζημία, η οποία τυχόν επήλθε στην εταιρία λόγω επιχειρηματικής απόφασης.

Τα κριτήρια που τελικά είναι καθοριστικά αναλύονται παρακάτω και συνοψίζονται στην προϋπόθεση η πράξη/παράλειψη του διαχειριστή να βασίζεται σε επιχειρηματική απόφαση εύλογη, δηλαδή αυτή να έχει ληφθεί με καλή πίστη, βάσει επαρκούς πληροφόρησης και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος.

Ύπαρξη επιχειρηματικής απόφασης

Η επιχειρηματική απόφαση ενέχει το στοιχείο της ελεύθερης δράσεως, με την έννοια ότι το διαχειριστικό όργανο δεν ασκεί δέσμια αρμοδιότητα,  αλλά προβαίνει σε κάποια στάθμιση μεταξύ κινδύνων και ωφελειών. Η έννοια της πράξεως ή παραλείψεως, περιλαμβάνει κάθε υλοποίηση ή μετασχηματισμό μίας επιχειρηματικής αποφάσεως, που δυνατό να είναι σύμβαση, μονομερής δήλωση βουλήσεως ή υλική ενέργεια.

Δεν τίθεται ζήτημα λήψης επιχειρηματικής απόφασης, εφόσον η διενέργεια μίας πράξης ή παράλειψης εντέλλεται από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ή απαγορεύεται από διατάξεις του νόμου και του καταστατικού.

Το «εύλογο» της επιχειρηματικής απόφασης

«Εύλογη» (rational) είναι κάθε απόφαση ή επιλογή, η οποία δεν εκθέτει την εταιρία σε υπερβολικούς κινδύνους με αντικειμενικά ex ante κριτήρια.  Μια προσεκτικότερη προσέγγιση – η οποία υπερβαίνει τη νοηματική αντίφαση που υπάρχει μεταξύ του ευλόγου αφενός και του υπερβολικού κινδύνου αφετέρου-  επιτάσσει την εξ αντιδιαστολής ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, με σημείο αναφοράς το προφανώς δυσανάλογο ή προφανώς αδικαιολόγητο, σύμφωνα με τις εκάστοτε ειδικές περιστάσεις. Είναι φανερό ότι το κριτήριο αυτό δημιουργεί έντονη ανασφάλεια και προμηνύει κινδύνους στην εφαρμογή του, καθώς βασίζεται σε μια έννοια ιδιαιτέρως ασαφή.

Κρίσιμος χρόνος για την αξιολόγηση του κινδύνου είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ελήφθη  από τον διαχειριστή η απόφαση και συνεπώς αναζητώνται και εξετάζονται ακριβώς οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον χρόνο αυτό (π.χ. η κατάσταση της αγοράς, ο ανταγωνισμός στον οικείο κλάδο, η βιωσιμότητα και η γενικότερη οικονομική κατάσταση της εταιρίας). Η φύση του ελέγχου έχει συνεπώς μια ιδιαιτερότητα που αποτελεί και την πρόκληση για την ορθή εφαρμογή του κανόνα επιχειρηματικής κρίσεως. Η δυσκολία εντοπίζεται σε δύο πόλους: αφενός στο γεγονός ότι το εύλογο μιας επιχειρηματικής απόφασης δεν μπορεί να έχει σαφές περιεχόμενο παρά μόνον να κρίνεται κάθε φορά in concreto, αφετέρου στο ότι η κρίση αυτή θα γίνει ετεροχρονισμένα, λαμβάνοντας πάντως ως δεδομένα αποκλειστικά όσα υπήρχαν κατά το χρόνο λήψης της απόφασης.  Ευχερώς προκύπτει ότι κάτι τέτοιο γίνεται ακόμη δυσκολότερο όταν τουλάχιστον από δογματικής απόψεως, η πιθανή επελθούσα ζημία της εταιρείας επιβάλλεται να μην χρωματίσει την εν λόγω κρίση, τόσο με άμεσο τρόπο,  όσο και με έμμεσο – καταλήγοντας  ίσως σε επικίνδυνα προγνωστικά που θα  υπήρχε προσδοκία να έχουν γίνει από τον εκάστοτε διαχειριστή. Συνοψίζοντας, για να μην χαρακτηριστεί μία απόφαση  ως εύλογη  θα πρέπει αυτή, με βάση τους κανόνες της χρηστής διοίκησης στους οποίους υπόκειται, να μη μπορεί να δικαιολογηθεί με κανέναν τρόπο.

Επί τη βάσει επαρκούς πληροφόρησης

Η επιχειρηματική απόφαση πρέπει να έχει ληφθεί «με βάση επαρκείς πληροφορίες» του διαχειριστή σύφωνα με το άρθρο 67 παρ. 2 εδ. β’ Ν. 4072/2012. Το περιεχόμενο και η ένταση της πληροφόρησης κρίνεται in concreto, ανάλογα με την πολυπλοκότητα του ζητήματος που αφορά, το είδος της δραστηριότητας της εταιρίας, τη σπουδαιότητα της κρινόμενης απόφασης και ποικίλους άλλους παράγοντες που πιθανόν να επηρεάζουν. Ο νομοθέτης απαιτώντας επαρκή ( και όχι πλήρη)  πληροφόρηση  σταθμίζει τις δύσκολες περιστάσεις  υπό τις οποίες πιθανόν να λαμβάνεται μία απόφαση εκ μέρους του διαχειριστή π.χ σύντομο χρονικό διάστημα, υπό πίεση κ.α.

Οι απαιτήσεις για την εξακρίβωση της επαρκούς πληροφόρησης περιορίζονται στη διερεύνηση του αν ο διαχειριστής προέβη σε έρευνα – ή την ανέθεσε σε ειδικούς, εφόσον κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο λόγω απαιτούμενων εξειδικευμένων γνώσεων. Η ανάγκη μιας ενδελεχούς έρευνας, ή στον αντίποδα μιας περισσότερο πληροφοριακού χαρακτήρα αναζήτησης, μπορεί να διαπιστωθεί αν πληροί τις απαιτήσεις του κανόνα επιχειρηματικής κρίσης, μόνον λαμβάνοντας υπόψιν τον χρόνο που υπήρχε διαθέσιμος κατά την λήψη της απόφασης. Συμπερασματικά πρέπει να γίνει δεκτό ότι ελλείπει η επαρκής πληροφόρηση, μόνο στην περίπτωση που από βαρειά αμέλεια ο διαχειριστής παρέλειψε να ζητήσει τις απαιτούμενες πληροφορίες ή να τις λάβει υπόψιν του, εφόσον αυτές υπήρχαν κατά τον σχηματισμό της απόφασής του.  Τονίζεται ότι το εν λόγω καθήκον ενημέρωσης και πληροφόρησης συνιστά υποχρέωση συμπεριφοράς και όχι αποτελέσματος.

Καταλήγοντας, επαρκής πληροφόρηση υπάρχει και συνεπώς εφαρμόζεται ο κανόνας της επιχειρηματικής κρίσης, εφόσον ο διαχειριστές συνεκτίμησε τις απαραίτητες πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες για τη λήψη της εκάστοτε απόφασης, πάντοτε κρίνοντας παράλληλα, το είδος και τη βαρύτητα της απόφασης, καθώς και το χρόνο που διέθετε.

Η αποκλειστική εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος

Η επιχειρηματική απόφαση θα πρέπει επίσης να έχει ληφθεί αποκλειστικά και μόνον προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος, και όχι δηλαδή να αποτελεί αυτό έναν από τους περισσότερους σκοπούς που τείνει να επιτύχει. Προσεγγίζοντας την έννοια αυτή, κατ’ αρχήν αναδεικνύεται ως έμμεση προϋπόθεση η ανάγκη να απουσιάζει οποιαδήποτε υφιστάμενη -ή δυνάμενη να εμφανιστεί- σύγκρουση συμφερόντων. Είναι δηλαδή αρνητική προϋπόθεση προκειμένου να γίνει λόγος για απόφαση που εξυπηρετεί αποκλειστικά το  εταιρικό συμφέρον, ο εκάστοτε διαχειριστής να λαμβάνει τα προβλεπόμενα μέτρα, να ενημερώνει την εταιρία και να απέχει από αποφάσεις στις οποίες πιθανολογείται να ερείδονται και προσωπικά του συμφέροντα.     

Επιχειρώντας σε δεύτερο χρόνο να οριστεί θετικά η έννοια του εταιρικού συμφέροντος, προκύπτει η αντικειμενική δυσκολία ότι αφορά σε ένα μέγεθος το οποίο δεν είναι πάντοτε σαφές και σταθερό. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αδιαμφισβήτητα προσδιορίζεται από ποικίλους παράγοντες και διαφέρει ανάλογα με τον εταιρικό τύπο. Η έννοια του εταιρικού συμφέροντος περιλαμβάνει πάντως τόσο τα επιμέρους εταιρικά συμφέροντα, όσο και το συμφέρον των εταίρων στην εξασφάλιση και την εξέλιξη της εταιρίας εν γένει, στην επίτευξη κέρδους και στην αύξηση της οικονομικής αξίας της επιχείρησης.

Είναι κανόνας συμπεριφοράς και μέτρο κρίσεως, όχι όμως αυτοτελές καθήκον του διαχειριστή.

Η επιδίωξη του γενικού εταιρικού συμφέροντος δεν αποτελεί πάντως ένα αυτοτελές καθήκον του διαχειριστή, αλλά είναι ένας κανόνας συμπεριφοράς, βάσει του οποίου οφείλει να ενεργεί. Ο αυτός κανόνας συνδράμει ως μέτρο κρίσεως και ως κατευθυντήρια γραμμή στην περίπτωση διερεύνησης της εν λόγω προϋπόθεσης, καθώς τελικά προκύπτει ότι το εταιρικό συμφέρον είναι ο ίδιος ο εταιρικός σκοπός, με την έννοια  όχι της αφηρημένης γενικής κατεύθυνσης της εταιρίας, αλλά ως έμπρακτη επιδίωξη αυτής.

Καλή πίστη

Τέλος, η επιχειρηματική απόφαση πρέπει να έχει ληφθεί με καλή πίστη, δηλαδή σύμφωνα με την υποχρέωση πίστης των διαχειριστών. Ειδικότερα, η επιχειρηματική απόφαση θα πρέπει να ληφθεί χωρίς να υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων του διαχειριστή με την εταιρία και επιδίωξη ίδιου ή αλλότριου οφέλους.

Έτσι ο ασκών ανταγωνισμό προς την εταιρία, άμεσα ή έμμεσα, προς ίδιο ή ξένο όφελος, δεν τελεί σε καλή πίστη έναντι της εταιρίας. Ομοίως στην υποχρέωση πίστεως αντιβαίνει η χρήση εταιρικής περιουσίας με σκοπό την προσκόμιση προσωπικού οφέλους, η εκμετάλλευση περιστάσεων και η καθοδηγούμενη λήψη αποφάσεων που έστω συμπλέκεται με προσωπικά συμφέροντα θέτοντας ταυτόχρονα σε κίνδυνο την αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος. Το κριτήριο της καλής πίστης είναι ένα ακόμα ασαφές κριτήριο, τόσο εξαιτίας της αόριστης νομικής έννοιας που προάγει ως μέτρο κρίσης,  όσο και γιατί είναι αλληλένδετο με την κατάφαση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων,  δηλαδή την επαρκή πληροφόρηση και την εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος.

Τελική αποτίμηση

Ο κανόνας της επιχειρηματικής κρίσεως στην Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία αξιολογείται στο σύνολο του ως μια θετική νομοθετική δράση, καθώς αποτρέπεται η δημιουργία μιας υπέρμετρης απαίτησης για επιμέλεια εκ μέρους των διαχειριστών, η οποία θα λειτουργούσε ως ανασταλτικός παράγοντας στην εξέλιξη μιας εταιρίας στον επιχειρηματικό χώρο. Ταυτόχρονα σε σχέση με τους ίδιους τους διαχειριστές, τονώνει την αποτελεσματική δράση τους και ενισχύει την λήψη πρωτοβουλιών, καθώς αντιλαμβάνονται ότι τηρουμένων των απαιτήσεων του κανόνα επιχειρηματικής κρίσης, ενδεχόμενες αποτυχίες τους δεν θεμελιώνουν προσωπική ευθύνη.  Επιτυγχάνεται συνεπώς μία χρυσή τομή ανάμεσα στην ελευθερία δράσεως του διαχειριστή και στην ταυτόχρονη υπόλογη θέση αυτού, καθώς διακύβευμα της προσωπικής του κρίσης είναι αλλότρια συμφέροντα – αυτά της εταιρίας και των εταίρων.

Η δυσκολία εφαρμογής του κανόνα επιχειρηματικής κρίσης είναι αυτονόητη εξαιτίας του δύσκολου έργου που αναλαμβάνει να επιτελέσει, προσπαθώντας να συγκεράσει την ελευθερία της επιχειρηματικής δράσεως  και του επιχειρηματικού κινδύνου αφενός,  με την ανάγκη   αποφυγής  της υπερβολικής αυστηρότητας σε βάρος των διαχειριστών αφετέρου.

Η θεσμοθέτηση και η νομοθετική καταγραφή του κανόνα επιχειρηματικής κρίσης στο πεδίο της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρίας συνδράμει στην εξέλιξη του συστήματος ευθύνης των διαχειριστών και στην ανταπόκριση αυτού στις σύγχρονες ανάγκες. Αποκρυσταλλώνονται, έτσι, τα κριτήρια, βάσει των οποίων ο δικαστής θα μπορέσει να ελέγξει με αποτελεσματικό τρόπο και κατά το δυνατόν αντικειμενικά τις επιχειρηματικές αποφάσεις, ενισχύοντας έτσι και την ασφάλεια  δικαίου στο εν λόγω πεδίο κρίσης.

Πιο συγκεκριμένα ο δικαστικός έλεγχος θα ασκείται πλέον σε δύο διαδοχικά επίπεδα: το άρθρο 67 παρ. 1 εδ. β Ν. 4072/2012 εισάγει ένα σύστημα νόθου αντικειμενικής ευθύνης, βάσει του οποίου ο εναγόμενος διαχειριστής φέρει το βάρος αποδείξεως των προϋποθέσεων του κανόνα επιχειρηματικής κρίσης (εύλογη απόφαση, επαρκής πληροφόρηση, εξυπηρέτηση εταιρικού συμφέροντος, καλή πίστη). Εφόσον ο διαχειριστής επιτύχει να αποδείξει τη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων, ο δικαστής ελέγχει την επιχειρηματική απόφαση μόνον σε επίπεδο νομιμότητας. Από την άλλη πλευρά, αν δεν πληρούνται στο σύνολο τους οι προϋποθέσεις, ο εναγόμενος διαχειριστής οφείλει να αποδείξει ότι κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού διαχειριστή ξένης περιουσίας, ενώ στην περίπτωση αυτή ο δικαστής θα προβεί σε έλεγχο ουσίας της επιχειρηματικής απόφασης.  

Βιβλιογραφία

  • Αντωνόπουλος, Ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, 2012
  • Αθανασίου, Μέτοχοι και εταιρική εποπτεία, 2010
  • Μαρίνος, Ζητήματα εφαρμογής του κανόνα της επιχειρηματικής κρίσεως (business judgment rule) στο εταιρικό και πτωχευτικό δίκαιο, ΔΕΕ 2009
  • Ρόκας, Εμπορικές εταιρίες, 2008

 

 
Θυμηθείτε κι αυτά
prev next

Πριν φύγετε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *