Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ CONSEIL D’ÉTAT

ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ CONSEIL D’ÉTAT

Άρθρο του αναγνώστη μας

κ. Αντώνη Παπαδόπουλου

Νομικού-Δημοσιολόγου

 

Η Γαλλία είναι ένα κράτος με μεγάλη παράδοση στον κρατικό οικονομικό παρεμβατισμό. Μια παράδοση η οποία έχει εκφραστεί μεταξύ άλλων μέσω του μεγάλου αριθμού δημοσίων υπηρεσίων, της θέσπισης επιδοματικών πολιτικών αλλά ακόμα και μέσω μαζικών κρατικοποιήσεων (loi de nationalisation du 13 février 1982).

Βασικό χαρακτηριστικό του γαλλικoύ νομικού συστήματος είναι ότι δεν προστατεύεται ρητά σε συνταγματικό επίπεδο η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού. Αντ’ αυτής  αναγνωρίζεται η ελευθερία του επιχειρείν (liberté d’entreprendre) καθώς και η ελευθερία του εμπορίου και της βιομηχανίας (liberté du commerce et de l’industrie)  μέσω των οποίων προστατεύεται συμπληρωματικά και ο ανταγωνισμός. Κινούμενος στη συγκεκριμένη λογική ο διοικητικός δικαστής μέσω της νομολογίας που ανέπτυξε ήδη από τα δεκαετία του 1930 δικαιολόγησε εν πολλοίς την κρατική παρεμβατικότητα και στάθηκε απέναντι στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και τις φιλελεύθερες αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 Στο παρόν άρθρο θα αναπτυχθεί, για λόγους οικονομίας, η οπτική του Conseil d’État όσον αφορά δύο βασικούς τύπους κρατικής παρέμβασης. Πρώτον μέσω της δημιουργίας δημοσίων υπηρεσιών εμπορικού χαρακτήρα οι οποίες λόγω του δημόσιων »προνομίων» τους είναι ικανές να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και δεύτερον μέσω της παροχής κρατικών ενισχύσεων σε επιχειρήσεις οι οποίες ευνοούνται αντί άλλων.

Στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών η νομολογιακή εξέλιξη του Conseil d’État ξεκινά στις αρχές του 20ου αιώνα με την απόφαση »Casanova» του 1901[1] η οποία δεν αφήνει κανένα περιθώριο κινήσεων  στο κράτος ορίζοντας ότι η εμπορική δραστηριότητα ανήκει εξ’ ολοκλήρου στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Όμως αυτή η νομολογία εξελίχθηκε προς διαφορετική κατεύθυνση πολύ γρήγορα κυρίως λόγω των διεθνών οικονομικών και πολιτικών συνθηκών. Έτσι κατά την περίοδο του μεσοπολέμου που η χώρα χρειαζόταν ανοικοδόμηση δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι μόνο ένα ισχυρός κρατικός μηχανισμός θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα και την έλλειψη βασικών αγαθών και υπηρεσιών που στερούνταν οι πολίτες.

 Ακολουθώντας αυτή τη λογική στις 30 Μαΐου 1930  το  Conseil d’État εξέδωσε την απόφαση »Chambre syndical du commerce en détails de Nevers» [2]. Σ’ αυτή παρ’ ότι επιβεβαίωσε το ότι η εμπορική δραστηριότητα ανήκει στην ιδιωτική πρωτοβουλία , επέτρεψε την παρέμβαση του κράτους  σε περίπτωση σώρευσης δύο κριτηρίων. Της έλλειψης ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος ανοίγοντας έτσι το δρόμο για περαιτέρω αποδυνάμωση της προστασίας του ανταγωνισμού.

 Το επόμενο βήμα αφορούσε τη νομολογιακή εξέλιξη της ερμηνείας του κριτηρίου της »έλλειψης ιδιωτικής πρωτοβουλίας». Το 1964 εκδίδεται η απόφαση Ville de Nanterre[3] στην οποία αξιολογείται ως έλλειψη ιδιωτικής πρωτοβουλίας η κακή ή ανεπαρκής κάλυψη των δημοσίων αναγκών από τους ιδιώτες. Αυτή η lato sensu ερμηνεία που αξιολογεί ως έλλειψη και την κακή κάλυψη αποτέλεσε το προπαρασκευαστικό στάδιο της κατάργησής του πρώτου κριτηρίου που έθεσε η απόφαση του 1930.

 Το 2000  με την απόφαση »Compagnie Méditérannée d’exploitation des services d’eau» [4]το Conseil d’État σχεδόν καταργεί το κρίτηριο έλλειψης ιδιωτικής πρωτοβουλίας κάτι το οποίο ολοκληρώνεται με την απόφαση σταθμό »Ordre des avocats au barreau de Paris»[5]. Πλέον η κρατική παρέμβαση στον ελεύθερο ανταγωνισμό μπορεί να δικαιολογηθεί απλά με την απόδειξη ύπαρξης δημοσίου συμφέροντος. Μια έννοια πολύ γενική η οποία επιτρέπει στη διοίκηση και τον δικαστή να τη χρησιμοποιούν κατά το δοκούν ώστε να δικαιολογούν οποιαδήποτε νόθευση.

 Έναν επίσης σημαντικό τρόπο νόθευσης του ανταγωνισμού αποτελεί η χορήγηση κρατικής οικονομικής ενίσχυσης σε επιχειρήσεις. Και σε αυτή την περίπτωση η νομολογία του ΣτΕ διευκολύνει και νομιμοποιεί αυτή την πρακτική παρά το αυστηρό ευρωπαικό πλαίσιο.

 Για παράδειγμα στην απόφαση »Syndicat national des transporteurs aériens» του 1953 τα γαλλικά δικαστήηρια δικαιολόγησαν κρατική βοήθεια στην Air France με αντάλλαγμα την αγορά από την πλευρά της εταιρείας ενός συγκεκριμένου τύπου αεροσκαφών με σκοπό να ενισχυθεί η εθνική παραγωγή ενώ στα επόμενα χρόνια προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα. Το 1974 στην απόφαση »Société la maison des isolants France» [6], η οποία βρίσκει εφαρμογή μέχρι και σήμερα, το Conseil d’Etat θέσπισε τεκμήριο νομιμότητας για τις κρατικές ενισχύσεις που έχουν ως σκοπό τη διατήρηση ή ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας.

 Αντίθετα με τη Γαλλία, το ευρωπαϊκό πρωτογενές δίκαιο και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 107 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ε.Ε. απαγορεύει ρητά τις ενισχύσεις αυτές οι οποίες βλάπτουν ή είναι δεκτικές στο να βλάψουν τον ανταγωνισμό και προωθούν μια επιχείρηση αντί μιας άλλης. Το 2003 το δικαστήριο της Ε.Ε. με την απόφαση GEMO SA δημιούργησε ένα αντίβαρο στην προγενέστερη απόφασή του με τίτλο Demenagement Manutention Transport SA et autres (1999) η οποία όριζε τις κρατικές ενισχύσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως τέτοιες χωρίς να είναι αντίθετες στο άρθρο 107 και άρα νόμιμες ,κρίνοντας ότι δεν νοούνται ως ενισχύσεις μόνο οι θετικές παροχές. Κατ’ επέκταση ξεφεύγοντας από την αυστηρή ερμηνεία του όρου «κρατική ενίσχυση» διεύρυνε την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Η πιο σημαντική απόφαση όμως που καταδεικνύει τη λογική του ευρωπαίου δικαστή και αφορά τη Γαλλία είναι αυτή στην οποία ο τελευταίος έκρινε ως αντίθετη στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού την κατάργηση φόρου στα σφαγεία από το γαλλικό κράτος που θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της τιμής του εξαγόμενου γαλλικού κρέατος και θα έπληττε ευθέως τον ανταγωνισμό με τα υπόλοιπα  κράτη μέλη.

Επιγραμματικά λοιπόν, τόσο στον τομέα της κρατικής ενίσχυσης επιχειρήσεων, όσο και στον τομέα της δημιουργίας δημοσίων υπηρεσιών εμπορικού χαρακτήρα τόσο το Conseil d’État άνοιξε τον δρόμο στον κρατικό παρεμβατισμό και στήριξε το οικοδόμημα του γαλλικού δημοσίου δικαίου σεβόμενο τις παραδόσεις του.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1) Jean Yves Chérot , Droit Public Économique , Economica ,Deuxième édition,pp.117-292 et 637-781

2) Richard Moulin et Pierre Brunet , Droit Public des Interventions Économiques,L.G.D.J.,pp.126-150

3) Stéphane Braconnier , Droit Public de l’Économie, puf, pp.36-37

[1]  Conseil d’Etat, du 29 mars 1901, 94580, publié au recueil Lebon

[2] 30 mai 1930 – Chambre syndicale du commerce en détail de Nevers

[3] Conseil d’Etat, Section, 20 novembre 1964, Ville de Nanterre, requête numéro 57435, rec. p. 562

[4] Conseil d’Etat, 7 / 5 SSR, du 16 octobre 2000, 212054, publié au recueil Lebon

[5] Conseil d’État, Assemblée, 31/05/2006, 275531, Publié au recueil Lebon

[6] Conseil d’Etat, 3 / 5 SSR, du 26 juin 1974, 80940, publié au recueil Lebon 

Θυμηθείτε κι αυτά
prev next

Πριν φύγετε

20 Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *